ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΒΑΘΜΟΣ ΕΠΙΡΡΟΗΣ: ΜΙΑ ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΙΣΠΑΝΙΑΣ

 

Δημήτριος Καβάκας

Centre for European Studies, University of Leeds, Leeds, UK.

 

Εισαγωγή

Η Συνθήκη του Maastricht εισήγαγε την ένοια της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής 'Aμυνας (ΚΕΠΠΑ) μέσα στην Ευρωπαϊκή 'Eνωση (ΕΕ). Ο όρος είναι εξαιρετικά φιλόδοξος και θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς οτι ποτέ δεν υπήρξε μία κοινή εξωτερική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κοινότητας/Ευρωπαϊκής 'Eνωσης. Εντούτοις, το προϋπάρχον πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Συνεργασίας (ΕΠΣ), που έγινε θεσμός με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, υπήρξε μια μορφή Ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής. Προκειμένου να εξετάσουμε την επιρροή που ασκείται στην εξωτερική πολιτική της ΕΕ, πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο η επιρροή αυτή ασκείται καθώς και τον χαρακτήρα των κρατών υπό συζήτηση.

Το άρθρο αυτό επιδιώκει να εξετάσει δύο από τα νότια κράτη-μέλη της ΕΕ: την Ελλάδα και την Ισπανία. Τα δύο κράτη έχουν πολλά κοινά σημεία που τα διαφοροποιούν από τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της ΕΕ. Για τον σκοπό του άρθρου, δεχόμαστε οτι η κυριότερη διαφορά των δύο κρατών είναι το μέγεθος τους. Στο πρώτο μέρος, θα εξετάσουμε τις ομοιότητες και τις διαφορές των δύο κρατών και κατόπιν θα ερευνήσουμε ιστορικά την συμμετοχή τους στην ΕΠΣ. Τέλος, θα προσπαθήσουμε να βγάλουμε συμπεράσματα για τον βαθμό επιρροής της Ελλάδας και της Ισπανίας, βασιζόμενοι στις επιτυχίες τους στην κοινή Ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική.

Σύμφωνα με το 'Aρθρο J της Συνθήκης του Μααστρίχτ, η ΚΕΠΠΑ έχει την μορφή ενός διακυβερνητικού πλαισίου μέσα σε έναν υπερεθνικό θεσμό. Αν και υιοθετήθηκε κάποια Ειδική Πλειοψηφία και δόθηκαν αρκετές αρμοδιότητες στην Επιτροπή και στο Ευρω-Κοινοβούλιο, τα κράτη ουσιαστικά αντιπροσωπεύονται από την κυβέρνησή τους σε ομότιμη βάση. Παράλληλα με μιά γενικότερη θεώρηση της κρατικής επιρροής στην εξωτερική πολιτική της ΕΕ, θα εστιάσουμε το ενδιαφέρον μας στα δύο προαναφερόμενα νότια κράτη-μέλη. Οι νέες Ευρωπαϊκές δημοκρατίες που εντάχθηκαν στην Κοινότητα κατα την δεύτερη και τρίτη διεύρυνση εντάχθηκαν συγχρόνως σε ένα σύστημα ΕΠΣ που σχεδιάστηκε από τα παλιά κράτη-μέλη. Αυτές οι νότιες Ευρωπαϊκές χώρες έρχονταν από μια διαδικασία εκδημοκρατισμού, μέσα από την οποία προσπαθούσαν να ξανά-ανακαλύψουν τις εξωτερικές πολιτικές τους, καθώς επίσης και να αναρρώσουν από μια περίοδο διεθνούς απομόνωσης που τους επιβλήθηκε λόγω των αυταρχικών καθεστώτων τους.

 

Θεσμική Ισχύς

'Eνα κοινό χαρακτηριστικό της Ελλάδας και της Ισπανίας είναι η θεσμική θέση τους, με άλλα λόγια ο βαθμός της θεσμικής δύναμης που κατέχουν μέσα στο πλαίσιο των δομών της διεθνούς πολιτικής οικονομίας. Σύμφωνα με την Susan Strange ο βαθμός της θεσμικής δύναμης ενός νομοθετικού σώματος στην διεθνή πολιτική οικονομία καθορίζεται, σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή και σε οποιοδήποτε δεδομένο μέρος, από την θέση του μέσα στους 4 βασικούς θεσμούς της.[1] Οι θεσμοί αυτοί είναι: η παραγωγή, η ασφάλεια, η οικονομία και η γνώση. 'Eτσι, η θεσμική ισχύς εξαρτάται από αυτούς που βρίσκονται σε θέση να ασκούν έλεγχο στην ασφάλεια των ανθρώπων, από αυτούς που είναι ικανοί να αποφασίσουν και να ελέγξουν την παροχή και διανομή της πίστωσης και από αυτούς που κατέχουν την γνώση, και άρα μπορούν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει να περιορίσουν ή να καθορίσουν τους όρους της πρόσβασής της. Τα νεότερα, νότια κράτη-μέλη χαρακτηρίζονται, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, από περιορισμένη θεσμική ισχύ. Το άρθρο αυτό επιχειρεί να αποδείξει ότι το μέγεθος μιας χώρας δεν καθορίζει αποφασιστικά τον βαθμό επιρροής στην ΚΕΠΠΑ, αλλά μαλλον την θεσμική τους ισχύ, τον πολιτικό τους προσανατολισμό και την εποικοδομητική τους συμμετοχή.

Με δεδομένη την περιορισμένη θεσμική ισχύ των νεότερων νότιων κρατών-μελών, ο βαθμός επιρροής τους εξαρτάται από τον πολιτικό προσανατολισμό και την συμμετοχή τους. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι επιρροή δεν είναι μια μόνιμη κατάσταση που κατέχει ένα κράτος, αλλά ότι μεταβάλλεται. Οι όροι «πολιτικός προσανατολισμός» και «συμμετοχή» είναι μια προσαρμογή των πολιτικών όρων «δήλωμένη»και «πραγματική» πολιτική στην περίπτωση της ΕΕ. Η δηλωμένη πολιτική μιας κυβέρνησης είναι σημαντική για τον καθορισμό του βαθμού επιρροής της αλλά η πραγματική πολιτική πρέπει επίσης ν' ακολουθεί τις ίδιες γραμμές.

 

Ορισμός της «επιρροής»

Προκειμένου να προσδιορίσουμε τον όρο «επιρροή», θα χρησιμοποιήσουμε την θεωρία της επιρροής των Cox και Jacobson ως πλαίσιο ανάλυσης.[2] Σύμφωνα με την ανάλυση των Cox και Jacobson, υπάρχουν 4 διαφορετικοί τρόποι δράσης, που μπορούν να ασκήσουν επιρροή και που μπορούν να ακολουθήσουν τα νομοθετικά όργανα.

1) 'Eνα νομοθετικό όργανο μπορεί να είναι εισηγητής (initiator). Αυτός ο τρόπος επιρροής συνίσταται στην ικανότητα να προτείνει και να εισάγει πολιτικές, που θα γίνουν δεκτές με επιτυχία από τα άλλα μέλη.

2) 'Eνα νομοθετικό όργανο μπορεί επίσης να εξασκεί το δικαίωμα του veto. Το veto (αρνησικυρία) είναι κυρίως ένας αρνητικός τρόπος επιρροής και χρησιμοποιείται από τα νομοθετικά όργανα για να εμποδίσει προτάσεις και λήψεις αποφάσεων. Στην περίπτωση της ΕΠΣ, όλα τα κράτη-μέλη διατηρούν αυτόν τον συγκεκριμένο τρόπο επιρροής, αλλα το ερώτημα είναι ποιος τον χρησιμοποιεί και πως. Η επιρροή ενός οργάνου που χρησιμοποιεί veto μπορεί να χαρακτηριστεί σαν αρνητική επιρροή. Επειδή όλα τα νομοθετικά όργανα στην ΕΠΣ/ΚΕΠΠΑ, με την εξαίρεση της Κοινότητας, έχουν την δύναμη να ασκήσουν veto, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι το veto μπορεί να έχει αρνητικό αντικτυπο στον συνολικό βαθμό επιρροής ενός κράτους, ανάλογα με το πως ασκείται.

3) Τρίτον, ένα νομοθετικό όργανο μπορεί να ασκεί έλεγχο (controller). 'Oπως περιγράφουν αυτόν τον τρόπο επιρροής οι Cox και Jacobson, «υπάρχουν μερικά νομοθετικά όργανα, τις απόψεις των οποίων -γνωστές ή νομοθετικές- ίσως πρέπει να λάβουμε υπόψη μας, είτε επειδή ελέγχουν τις πηγές, είτε λόγω της τυπικής εξουσίας τους, είτε για κάποιο άλλο λόγο».[3]

4) Τέλος ένα νομοθετικό όργανο μπορεί να έχει διαμεσολαβητικό ρόλο (broker). Αυτά τα νομοθετικά όργανα είτε λειτουργούν σαν διαιτητές, είτε καλλιεργούν κλίμα ομοφωνίας. 'Eχουν την φήμη θετικής επιρροής και η ανάμειξή τους γίνεται ιδιαίτερα σεβαστή, ειδικά σε περιόδους κρίσης.

Τρείς από τους τέσσερις τρόπους επιρροής μπορούν να συσχετισθούν και να εκτιμηθούν σε συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου η θέση, η στάση και η συμμετοχή της κυβέρνησης του κράτους-μέλους μπορούν να εκτιμηθούν σύμφωνα με τις πρωτοβουλίες, τις προτάσεις, την άρνηση συνεργασίας και το μπλοκάρισμα της λήψης αποφάσεων καθώς και της μεσολόβησης και της πρωτοβουλίας για οικοδόμηση κλίματος ομοφωνίας. Ο τέταρτος τρόπος επιρροής, ο διαμεσολαβητικός, είναι περισσότερο φήμη μιας επιρροής: «Μεταφέρεται σε ένα νομοθετικό όργανο από τις απόψεις των άλλων οργάνων για την δυνατότητα επιρροής του».[4] 'Eτσι, για τους τρείς τρόπους επιρροής πρώτα είναι αναγκαίο να εξετάσουμε συγκεκριμένες περιπτώσεις με σκοπό να εκτιμήσουμε την συνολική επιρροή, ενώ για τον τελευταίο τρόπο είναι σημαντικό να σκεφτούμε αρχικά την συνολική εικόνα, ώστε να αναγνωρίσουμε τον «controller» στις συγκεκριμένες περιπτώσεις.

 

Κοινό 'Εδαφος

Το1974 η Ελλάδα μπήκε σε μια καινούρια φάση της ιστορίας της. Αν και η Ελλάδα είχε περιόδους δημοκρατίας στο παρελθόν, αυτές ήταν ασταθείς και εξαρτημένες. Μόνο μετά από εφτά χρόνια δικτατορικού καθεστώτος, άρχισε η Ελλάδα την διαδικασία εκδημοκρατισμού της, με σκοπό να δημιουργήσει μια σταθερή δημοκρατία δυτικού τύπου. Για την Ισπανία, ήταν μετά το 1975 που, μετά από 40 χρόνια καθεστώτος του Φράνκο, ξεκίνησε η μετάβασή της στην δημοκρατία. Η Ισπανία διεθνώς είχε απομονωθεί καθόλη τη διάρκεια του καθεστώτος του Φράνκο και αυτό ίσχυε ειδικά στην Ευρώπη, όπου είχε αποκλειστεί από όλα τα δυτικά forums. Ως αποτέλεσμα αυτής της απομόνωσης, το καθεστώς του Φράνκο, προκειμένου να εξασφαλίσει την άμυνα της Ισπανίας, ανέπτυξε διμερείς σχέσεις με τις Η.Π.Α. Ο Φράνκο άρχισεν να εξαρτάται υπερβολικά από την Αμερικάνικη αμυντική βοήθεια και, για να εξισορροπήσει τον Ισπανικό αποκλεισμό από το ΝΑΤΟ, συμφώνησε σε μια αυξημένη στρατιωτική παρουσία των Η.Π.Α σε Ισπανικό έδαφος.

Μετά τον θάνατο του Φράνκο, η δημοκρατική Ισπανία είδε τις Η.Π.Α σαν τον κύριο υποστηριχτή του παλαιού καθεστώτος και σαν σαν την βασική αιτία της Ισπανικής εξάρτησης. Η ενσωμάτωση στην Ευρώπη θεωρήθηκε ότι συντελούσε στην αναβάθμιση της Ισπανικής ανεξαρτησίας και όχι στην απώλειά της. Η Ευρώπη ήταν η λύση στην Ισπανική απομόνωση. Παρόμοια, η Ελλάδα θεώρησε τις Η.Π.Α ως τον κύριο υπεύθυνο για τα εφτά χρόνια δικτατορίας. Η Ελλάδα ήταν μέλος του ΝΑΤΟ από την δεκαετία του '50 και είχε συμφωνία συνεργασίας με την ΕΟΚ από το 1962. 'Oμως, ενώ οι Ευρωπαίοι διέκοψαν κάθε σχέση με την δικτατορική Ελλάδα και παρείχαν σημαντική βοήθεια σε αντικαθεστωτικές ομάδες και μεμονωμένα άτομα το ΝΑΤΟ δεν διέκοψε σχέσεις με την δικτατορική Ελλάδα. Η Ευρώπη για την Ελλάδα, όπως και για την Ισπανία, ήταν η εγγύηση της ανεξαρτησίας της και της αναβίωσης της εξωτερικής πολιτικής της.

 

Θεσμικές ομοιότητες

Κοινή και στις δύο χώρες είναι η αντίληψη ότι η ΕΕ δεν είναι μονο ένας οικονομικός θεσμός αλλά, ακόμη πιο σημαντικά, ένα πολιτικό forum, μέσα από το οποίο θα μπορούσε να εξασφαλιστεί η σταθερότητα των δημοκρατιών τους, να στεγάσθούν οι ανησυχίες τους για την άμυνα και να αναβαθμιστεί η εξωτερική πολιτική τους.

Πέρα από τις ομοιότητες τους σαν νέες δημοκρατίες και κράτη-μέλη της Ε.Ε, η Ελλάδα και η Ισπανία βρίσκονται στην ίδια θέση με όρους θεσμών της διεθνούς πολιτικής οικονομίας. Στον θεσμό της άμυνας, και τα δύο κράτη βρίσκονται στις άκρες της Ευρώπης. Η Ελλάδα είναι το μόνο κράτος-μέλος της ΕΕ που δεν έχει κοινά σύνορα με κανένα από τα υπόλοιπα μέλη. Βρίσκεται στην περιοχή των Βαλκανίων, ίσως την πιο ασταθή περιοχή, και έχει πολλές αμυντικές ανησυχίες, κυρίως εξαιτίας των μακροχρόνιων προβλημάτων με την γειτονική Τουρκία. Η εχθρικότητα αυτή είναι αποτέλεσμα μιας ιστορικής επιδίωξης για εξασφάληση υπεροχής στην περιοχή αλλα και αποτέλεσμα σύγχρονων φιλονικιών (π.χ. το Αιγαίο και η Κύπρος). Aπο την άλλη μεριά, η Ισπανία βρίσκεται στην νοτιοδυτική γωνία της Ευρώπης στην πύλη της Μεσογείου και σε απόσταση αναπνοής από την Β. Αφρική. Τα αμυντικά σχέδιά της εξαρτώνται από την σταθερότητα της περιοχής Μαγκρέμπ, τις δύο πόλεις, Θέλτα και Μελίλια, που η Ισπανία κατέχει σε Μαροκινό έδαφος, τα Κανάρια νησιά και το Γιβραλτάρ. Και η Ελλάδα και η Ισπανία έχουν αμυντικές ανησυχίες που επίσης τους διαφοροποιούν από τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της ΕΕ.

Στον θεσμό της παραγωγής, η οικονομία και των δύο κρατών βασιζόταν στην γεωργία πριν την είσοδό τους στην Κοινότητα. Αν και η Ισπανία υπήρξε πιο επιτυχημένη από την Ελλάδα σε οικονομικά μεγέθη, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι και οι δύο χώρες βασιζόνταν στην είσοδό τους στην Κοινότητα για να βελτιώσουν την οικονομία τους και να επιτύχουν οικονομική συνοχή με την υπόλοιπη Ευρώπη. Το ίδιο ισχύει και για τον θεσμό της οικονομίας. Οι δύο χώρες βρίσκονται σε μειονεκτική θέση σε σύγκριση με τα βόρειο-Ευρωπαϊκά οικονομικά κέντρα. 'Oπως και με τους δυο άλλους θεσμούς, είναι αλήθεια ότι στον θεσμό της γνώσης, η Ελλάδα και η Ισπανία χρησιμοποίησαν την είσοδό τους στην ΕΕ. Για να εκμεταλλευτούν την μεταβίβαση της τεχνολογίας και να βελτιώσουν την επίδοσή τους στην έρευνα και εξέλιξη. Γενικά, θα λέγαμε ότι η θεσμική ισχύς της Ελλάδας και της Ισπανίας είναι περιορισμένη, αν λάβουμε υπόψη την αδύναμη θεσμική θέση τους και την συγκριτικά ισχυρή θέση των περισσοτέρων παλαιών κρατών-μελών.

 

Συμμετοχή της Ελλάδας και της Ισπανίας στην ΕΠΣ

Περίοδος 1981-1985

Εννέα μήνες μετά την επίσημη ένταξη της Ελλάδας στην Κοινότητα η εκλογή του ΠΑΣΟΚ με μεγάλη πλειοψηφία άλλαξε τελείως την φιλοσοφία της Ελλάδας για την ΕΠΣ. Η νέα Ελληνική προσέγγιση ήταν φιλύποπτη και συγρατημένη. Στα χρόνια της αντιπολίτευσης το ΠΑΣΟΚ είχε κρατήσει εχθρική στάση απέναντι στην Ελληνική ένταξη, μάλιστα κατά την επικύρωση της συνθήκης ένταξης στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, βουλευτές του ΠΑΣΟΚ βγήκαν από την αίθουσα για να δηλώσουν την αντίθεσή τους. Πριν τις εκλογές του 1981 οι σοσιαλιστές υποσχέθηκαν ότι η Ελλάδα θα αποσυρόταν από την Κοινότητα, μόλις έπαιρναν την εξουσία. Θα έλεγε κανείς ότι στάση του ΠΑΣΟΚ ακολούθησε τη στάση των σοσιαλιστικών κομμάτων της υπόλοιπης Ευρώπης που χρειάστηκαν κάποια χρόνια για να ωριμάσει μέσα τους η Ευρωπαϊκή ιδέα. Η μόνη διαφορά ήταν ότι κατά την διάρκεια του εξευρωπαϊσμού των σοσιαλιστικών κομμάτων, το ΠΑΣΟΚ ήταν το μόνο σοσιαλιστικό κόμμα που βρισκόταν στην εξουσία. Αν και χρειάστηκε να περάσουν 10 χρόνια για να θεωρηρεί το ΠΑΣΟΚ ως προ-Ευρωπαϊκό κόμμα, υπάρχει μια αξιοσημείωτη διαφορά στην συμπεριφορά του κόμματος απέναντι στην Ευρώπη κατά το πρώτο μισό και κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980.

Η αρνητική στάση της Ελλάδας τα πρώτα χρόνια οφείλεται σε αρκετούς λόγους. 'Eνας λόγος ήταν η ασάφεια που μπορεί να χαρακτήριζε την πρώτη περίοδο της σοσιαλιστικης κυβέρνησης στο θέμα της θέσης της Ελλάδας στην Κοινότητα. Η υπόσχεση για έξοδο από την Κοινότητα ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε αλλά ούτε και υπήρξε κάποια επίσημη δήλωση αποδοχής της ιδιότητας του μέλους. Ειδικά ο Παπανδρέου εκμεταλλεύτηκε αυτή την ασάφεια προκειμένου να πετύχει οφέλη για την Ελλάδα και την επαναδιαπραγμάτευση των όρων της εισόδου. 'Iσως η σημαντικότερη αιτία για την Ελληνική στάση ήταν η σοσιαλιστική ιδεολογία του ΠΑΣΟΚ για μια αυτονομη διεθνή παρουσία της Ελλάδας. Ο Παπανδρέου αντιλήφθηκε ότι η ΕΠΣ μπορούσε να αποτελέσει τροχοπέδη στην διαμόρφωση μιας διαφορετικής εξωτερικης πολιτικης.[5] Η συνεχής διαφοροποίηση της Ελληνικής παρουσίας στην ΕΠΣ τους πρώτους λίγους μήνες είχε σκοπό να διευκολύνει την πραγματοποίηση δύο Ελληνικών στόχων: (α) να αδρανοποιήσει την ΕΠΣ ως μέσο επιβολής στην Ελλάδα των απόψεων των άλλων κρατών-μελών (ειδικά των μεγάλων) και (β) να πολεμήσει κάθε συλλογική απόφαση που θα μπορούσε να επιφέρει οποιοδήποτε πολιτικό, οικονομικό ή άλλο κόστος για την Ελλάδα. Την περίοδο αυτή, η διαφοροποίηση που χαρακτήριζε την στάση της Ελλάδας εκφράστηκε με την ανατροπή της κοινής θέσης της Κοινότητας στην περίπτωση της ειρηνευτικής αποστολής στο Σινά και στην περίπτωση της Πολωνίας.

Στην περίπτωση του Σινά, η Ελλάδα εμπόδισε μία κοινή απόφαση γιά δράση εξαιτίας της διαφωνίας της με το πολιτικό πλαίσιο της συμφωνίας του Camp David.[6] Η Ελληνική στάση μπορεί να αποδοθεί σε ένα μεγάλο βαθμό στην φιλική σχέση με τον αραβικό κόσμο. Οι 'Aραβες αντέδρασαν στην χρήση πολυεθνικής δύναμης και παρατηρητών στο Σινά.[7] Χρειάστηκε εντατική διπλωματική διαδικασία προκειμένου να εξασφαλιστεί η Ελληνική συμφωνία στις 21 Νοεμβρίου 1981. [8]

Στην περίπτωση της Πολωνίας, η Ελλάδα αρνήθηκε να συμμετάσχει στην καταδίκη της Σοβιετικής 'Eνωσης. Η επιβολή στρατιωτικού νόμου στην Πολωνία στις 13 Δεκεμβρίου 1981 από τον στρατηγό Jaruzelski άσκησε πίεση στους εταίρους, κυρίως από την Αμερικανική πλευρά, προκειμένου να δοθεί μια κοινή απάντηση. Η απάντηση δόθηκε από το Συμβούλιο των Υπουργών στη συνάντηση της 4ης Ιανουαρίου 1982. Στην διακύρηξη, στην οποία οι εταίροι προειδοποίησαν εναντίον οποιασδήποτε μεσολάβησης απο πλευράς των Σοβιετικών ή του Συμφώνου της Βαρσοβίας, αναγνώριζαν την ανάγκη λήψης οικονομικών μέτρων από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα εναντίον της Σοβιετικής 'Eνωσης. Στη συνάντηση ο 'Eλληνας υπουργός εξωτερικών συμφώνησε και υπέγραψε την κοινή διακύρηξη που έγινε ομόφωνα αποδεκτή. Η Ελληνική κυβέρνηση όμως, με πρωτοβουλία του Παπανδρέου, απέσυρε την συμφωνία σχεδόν αμέσως και ο υπουργός εξωτερικών παύθηκε από τα καθήκοντά του όσο ακόμα βρισκόταν στο αεροπλάνο επιστρέφοντας στην Αθήνα.[9] Η επόμενη προσπάθεια του Συμβουλίου να συμφωνήσει σε μια μείωση των εισαγωμένων προϊόντων της Κοινότητας από την Σοβιετική 'Eνωση βασισμένη στο άρθρο 113 της Συνθήκης της Ρώμης στις 23 Φεβρουαρίου, βρήκε την επίμονα αρνητική απάντηση εκ μέρους της Ελλάδας. Η Ελληνική άρνηση για συγκατάθεση στο Συμβούλιο είχε δύο όψεις: Πρώτον, η Ελληνική κυβέρνηση ήταν απρόθυμη να καταδικάσει την ανικανότητα των ολοκληρωτικών καθεστώτων στην ανατολική Ευρώπη ώστε να προσαρμοστούν με τρόπο που να αντικατοπρίζει τα συμφέροντα του πληθυσμού τους, όπως υποστηριζόταν στην διακύρηξη. Δεύτερον, η Ελλάδα αρνήθηκε να συμμετάσχει στις Κοινοτικές κυρώσεις εναντίον της Σοβιετικής 'Eνωσης.

Μια άλλη περίπτωση που μπορεί να μελετηθεί μαζί με την Πολωνική κρίση σαν περιπτώσεις αντιπαράθεσης Ανατολής-Δύσης, είναι η περίπτωση του Νοτιοκορεατικού τζάμπο τζέτ τον Αύγουστο του 1983. Κατά το δεύτερο μισό του 1983, η Ελλάδα προέδρευε για πρώτη φορά στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Μετά την κατάρριψη του αεροπλάνου από την Σοβιετική 'Eνωση, η Ελλάδα προσπάθησε, επιτυχημένα, να εμποδίσει κάθε καταδίκη της Σοβιετικής 'Eνωσης από την Κοινότητα.

Στις δύο αυτές περιπτώσεις, η Ελλάδα χρησιμοποίησε την αρχή της ομοφωνίας στην ΕΠΣ με σκοπό να αποφύγει την διαμόρφωση μιας κοινής στάσης στην Κοινότητα, και ειδικά στην δεύτερη περίπτωση καταχράστηκε τις θεσμικές δυνατότητες της προεδρίας για τον σκοπό αυτό. Η επιρροή που άσκησε η Ελλάδα μπορεί να χαρακτηριστεί μόνο ώς αρνητική, μια και ασκούσε συστηματικά veto. Αν και η δύναμη του veto είναι θεσμική δικαίωμα που παρέχεται στα κράτη-μέλη, το πραγματικό αποτέλεσμα της κατάχρησης του είναι η εξουδετέρωση της επιρροής παρά η αύξηση της δύναμης του κράτους-μέλους. Αυτό ακριβώς συνέβη στην περίπτωση της Ελλάδας, ειδικά την περίοδο της πρώτης σοσιαλιστικής κυβέρνησης, από το 1981 εως το 1985. Η δυσαρέσκεια των άλλων κρατών-μελών για την Ελληνική στάση έσπρωξε την Ελλάδα στο περιθώριο της λήψης αποφάσεων στην Κοινότητα. Η ζημιά που προκλήθηκε στη δύναμη επιρροής της Ελλάδας από την αρνητική συμμετοχή της στους μηχανισμούς της ΕΠΣ εμφανίστηκε αρχικά με τη μορφή απειλητικών απαντήσεων των υπολοίπων εταίρων για τη στάση της Ελλάδας. Στην περίπτωση της Πολωνίας, αναπτύχθηκε μια τάση, που υποστηρίχθηκε από μεγάλη πλειοψηφία των άλλων εταίρων, να παρακάμψουν την αρχή της ομοφωνίας και να έρθουν σε συμφωνία ώστε να επιβάλλουν οικονομικές κυρώσεις στη Σοβιετική 'Eνωση με το να αποκλείσουν την Ελλάδα από την εφαρμογή των κυρώσεων. Αυτό τελικά συνέβη μετά την πρόταση του λόρδου Carrington. Η Ελλάδα και η Δανία, για διαφορετικούς λόγους η κάθε μία, αποκλείστηκαν από την εφαρμογή των κυρώσεων. Ωστώσο, η πιο επιζήμια περίπτωση για την Ελλάδα υπήρξε η Νοτιοκορεατική περίπτωση του τζάμπο τζέτ. Αυτό που ενόχλησε κυρίως τους εταίρους δεν ήταν απλά το γεγονός οτι η Ελλάδα αρνήθηκε να καταδικάσει τη Σοβιετική στάση αλλά ο τρόπος που χρησιμοποίησε την προεδρία. Το ζήτημα δεν συμπεριλήφθηκε στην ημερήσια διάταξη της υπουργικής συνάντησης στις 12 Σεπτεμβρίου 1983 από τον 'Eλληνα υπουργό εξωτερικών Γιάννη Χαραλαμπόπουλο και έτσι η καταδίκη που είχε προταθεί, κυρίως από τη Δυτική Γερμανία, δεν μπορούσε να επιτευχθεί.[10]

Τέτοια ήταν η δυσαρέσκεια των υπολοίπων κρατών-μελών που έγιναν προτάσεις να παρακαμφθεί η Ελληνική προεδρία και να ανακοινωθεί μία διακύρηξη των υπολοίπων εταίρων, στην οποία θα καταδίκαζαν την Σοβιετική 'Eνωση με αυστηρή γλώσσα, απομωνόνοντας την Ελληνική στάση στην ΕΠΣ. Παρόμοια συμπεριφορά και πρακτική εκ μέρους της Ελληνικής κυβέρνησης οδήγησε στην έλλειψη αξιοπιστίας, καλής φήμης και επιρροής στους μηχανισμούς της ΕΠΣ και είχε αποτελέσματα τελείως διαφορετικά από αυτά που έλπιζαν οι δημιουργοί της Ελληνικής πολιτικής. Η στάση της Ελληνικής κυβέρνησης ζημίωσε την φωνή της Ελλάδας στον διεθνή χώρο αντί να βοηθήσει την ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική, που ήταν και το περίφημο σύνθημα της κυβέρνησης Παπανδρέου.

Μία δεύτερη κατηγορία περιπτώσεων που δείχνει πόσο ζημιώθηκε η Ελλάδα από αυτή την στάση περιλαμβάνει περιπτώσεις που αφορούν στην αρχή της Κοινοτικής αλληλεγγύης. Πρόκειται για μια αρχή που έχει εφαρμοστεί και χρησιμοποιείται ώστε να κερδιθεί η υποστήριξη των υπόλοιπων κρατών-μελών στις τυχόν φιλονικίες με τους τρίτες χώρες. Μια συγκεκριμένη περίπτωση που καταδεικνύει την αποτυχία της Ελλάδας να εφαρμόσει την αρχή της αλληλεγγύης είναι η περίπτωση των νησιών Falklands. Η περίπτωση αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί σαν μιά χαμένη ευκαιρία για την Ελλάδα, εφόσον θα μπορούσε να δώσει ένα παράδειγμα Κοινοτικής αλληλεγγύης, κάτι που και η ίδια απεγνωσμένα χρειαζόταν.

Μετά την εισβολή της Αργεντινής στα νησιά Falklands τον Απρίλιο του 1982, οι «Δέκα» γρήγορα συμφώνησαν για μια διακύρηξη, απαιτώντας «μια άμεση κατάπαυση των εχθροπραξιών και μια άμεση απόσυρση όλων των δυνάμεων της Αργεντινής από τα νησιά Falklands», και ζήτησαν από τις δύο κυβερνήσεις να αναζητήσουν μία διπλωματική λύση.[11] Οι φιλονικίες μέσα στην ΕΠΣ άρχισαν όταν η Βρετανία χρησιμοποίησε στρατιωτική δύναμη για να απελευθερώσει τα νησιά και πιό συγκεκριμένα μετά την βύθιση του μαχητικού καταδρομικού General Belgrano από Βρετανικό υποβρύχιο. Αν και η Ελλάδα δεν ευθύνετο[12] για την εγκατάλειψη της ομοφωνίας, μια διαφορετική Ελληνική θέση θα μπορούσε να είχε οδηγήσει στην ανάληψη πρωτοβουλίας για την υποστήριξη της αρχής της Κοινοτικής αλληλεγγύης. Αυτό θα μπορούσε να έχει θετικούς αντίκτυπους σε περίπτωση που η Ελλάδα χρειαζόταν να επικαλεστεί αυτή την αρχή στο μέλλον. Αντίθετα, στη γενική συνέλευση του ΟΗΕ το 1982, η Ελλάδα τάχθηκε υπέρ της Αργεντινής, καταδικάζοντας την Βρετανική χρήση βίας και ζητώντας μια ειρηνική διευθέτηση του προβλήματος. Οι δυσμενείς αντίκτυποι και επιπτώσεις αυτής της θέσης για την Ελλάδα ήταν οτι σε μιά ανάλογη υποθετική περίπτωση εισβολής σε ένα Ελληνικό νησί, οι Κοινοτικοί εταίροι θα "νομιμοποιούντο" να ζητήσουν την αποφυγή χρήσης βίας από την Ελλάδα και την αναζήτηση λύσης με ειρηνικές διαπραγματεύσεις. Eπειδή η εφαρμογή της αρχής της Κοινοτικής αλληλεγγύης δεν μπορεί να είναι αποκλειστικό προνόμιο της Ελλάδας σε περίπτωση ανάγκης, η Ελλάδα θα έπρεπε να είχε προσφέρει πρώτη αλληλεγγύη σε ένα Κοινοτικό εταίρο.

Κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1983, η Ελληνική προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ζημίωσε την Ελλάδα εξαιτίας της αρνητικής συμπεριφοράς της κυβέρνησης, ειδικά στην περίπτωση της κρίσης της Grenada. Για μια ακόμη φορά, η Ελλάδα εκμεταλλεύτηκε τον ρόλο της στην προεδρία για να εξαιρέσει αυτό το ζήτημα από την ημερήσια διάταξη στο συμβούλιο της Βουλιαγμένης. Οι λόγοι της Ελληνικής θέσης σ' αυτήν την περίπτωση είναι διαφορετικοί από το νοτιοκορεατικό τζάμπο, όπου η Ελληνική κυβέρνηση ήθελε να καταστήσει φανερή την ιδεολογική διαφοροποίηση της από την δυτικο-Ευρωπαϊκή προοπτική για την διαμόρφωση εξωτερικής πολιτικής. Στην περίπτωση της Grenada, η Ελλάδα άσκησε veto, χρησιμοποιώντας αρνητική επιρροή, για αντίποινα. Με άλλα λόγια, η Ελληνική κυβέρνηση χρησιμοποίησε τους μηχανισμούς της ΕΠΣ για να «τιμωρήσει» τους εταίρους της για την μη ανάμειξή τους στη συζήτηση για το Κυπριακό.

 

Περίοδος 1986-1990

Τον Ιανουάριο του 1986, η Ισπανία έγινε επίσημα πλήρες μέλος της Κοινότητας. Η Ισπανική εξωτερική πολιτική πάντα είχε στραμμένο το ενδιαφέρον της σε τρείς περιοχές: Λατινική Αμερική, Μεσόγειος και Μέση Ανατολή. Παρά το ότι οι προσανατολισμοί της Ισπανικής εξωτερικής πολιτικής διέφεραν αξιοσημείωτα από αυτούς των βορειο-Ευρωπαίων εταίρων, αμέσως μετά την ένταξή της στην Κοινότητα, η Ισπανία υιοθέτησε μια προσέγγιση φιλοευρωπαϊκή και «εντάχτηκε» στην Γαλλογερμανική ομάδα υπέρ των θεσμικών αλλαγών για περαιτέρω ολοκλήρωση. Η ένταξή της Ισπανίας στην Κοινότητα συνέπεσε με την υπογραφή της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης. Η πρώτη συμμετοχή της Ισπανίας στις θεσμικές διαδικασίες της Κοινότητας ήταν μια συνάντηση της ΕΠΣ στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Μιλάνου (28-29 Ιουνίου 1985) όπου, αν και είχε τη θέση παρατηρητή, τάχθηκε υπέρ της περαιτέρω ολοκλήρωσης. Η Ισπανία δεν περιορίστηκε στην ενεργή συμμετοχή της στην ΕΠΣ αλλά και υποστήριξε την προτεινόμενη συγχώνευση της ΕΠΣ στην Συνθήκη και την ανάπτυξη μιας κοινής εξωτερικής πολιτικής.

Η πρώτη σημαντική επίδραση της Ισπανίας στην ΕΠΣ ήταν η αναβίωση των σχέσεων της Ευρώπης με την Λατινική Αμερική. Λίγο πρίν την επίσημη ένταξη της Ισπανίας στην Κοινότητα, και έχοντας ακόμα θέση παρατηρητή, η Ισπανία συμμετείχε στην υπογραφή της συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ της Κοινότητας και των χωρών της Κεντρικής Αμερικής τον Νοέμβριο του 1985. [13] Η Ισπανία επίσης έλαβε μέρος στις διασκέψεις του San Josè πριν ακόμα γίνει πλήρες μέλος της Κοινότητας. Οι διασκέψεις του San Josè έφεραν σε οικονομική και πολιτική συνεργασία την Κοινότητα,[14] τα 5 κράτη της Κεντρικής Αμερικής και την ομάδα Κονταδόρα.[15] Μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, η Ισπανία κατόρθωσε να αξιοποιήσει την ένταξή της προκειμένου να ενδυναμώσει την θέση της στον διεθνή χώρο και να επικεντρώσει την προσοχή της Κοινότητας στην περιοχή της Λατινικής Αμερικής, που για καιρό είχε αγνοηθεί και η οποία ενδιέφερε ιδιαίτερα την Ισπανία. Η Ισπανική επιτυχία οφείλεται στην αμφίδρομη αλληλεπίδραση με την Ευρώπη. Με άλλα λόγια, η Ισπανία «Ευρωπαϊκοποίησε» την εξωτερική πολιτική της ενώ συγχρόνως έθεσε στην Ευρωπαϊκή αντζέντα τις Ισπανικές προτεραιότητες.

Στην Ελλάδα η περίοδος 1986-1990 χαρακτηριζόταν από πολιτική αστάθεια. Η δεύτερη περίοδος της κυβέρνησης Παπανδρέου, χαρακτηριζόταν κυρίως από εσωτερική πολιτική κρίση (π.χ. οικονομικά σκάνδαλα, υγεία Παπανδρέου). Οι εξελίξεις αυτές εμπόδισαν την κυβέρνηση να ασχοληθεί με οτιδήποτε άλλο εκτός από την πολιτική επιβίωσή της και οδήγησαν στην αποτυχία της δεύτερης Ελληνικής προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου το 1988. Δύο θέματα κυριάρχησαν την περίοδο εκείνη στην ΕΠΣ, η διακυβερνητική διάσκεψη που οδήγησε στην Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη και το ζήτημα της τρομοκρατίας. Στην διακυβερνητική διάσκεψη η Ελληνική κυβέρνηση είδε τις περισσότερες προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις σαν μια προσπάθεια των μεγάλων κρατών να επιβάλλουν τις απόψεις τους και να περιορίσουν την δύναμη των μικρών, περιορίζοντας τη δύναμή τους να ασκήσουν veto. 'Oπως υποστήριξε ο ίδιος ο Παπανδρέου: «ποιό σκοπό θα μπορούσε να εξυπηρετήσει η δημιουργία ενός τέτοιου θεσμικού οργάνου που με το πέρασμα του χρόνου θα τείνει να μειώσει τον ρόλο της προεδρίας του Συμβουλίου για να γίνει ένα νέο κέντρο δύναμης;»[16]

'Oμως, παρα την αρνητική της θέση σε επί μέρους προτάσεις, ήταν φανερό οτι η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ είχε αποδεχτεί την Ευρωπαϊκή πραγματικότητα και οτι προσπαθούσε να προσαρμοστεί στις Ευρωπαϊκές διαδικασίες. Η επιλογή του ΠΑΣΟΚ ήταν να γίνει μέλος του «σκεπτικιστικού στρατοπέδου», υπό την ηγεσία του Ηνωμένου Βασιλείου,[17] το οποίο αντιτάχθηκε σε οποιαδήποτε μείωση της εθνικής κυριαρχίας στην Κοινότητα.[18] Μια θετική θέση του 'Eλληνα Πρωθυπουργού, εκείνη την περίοδο, ήταν η πρόταση για να συμπεριληφθούν θέματα άμυνας στην Συνθήκη, με την αναγνώριση των ειδικών αμυντικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν ορισμένα κράτη-μέλη, όπως η Ελλάδα.[19] 'Eτσι, οι επιφυλάξεις της Ελλάδας για άλλα θέματα, όπως αυτό γιά την Γραμματεία της ΕΠΣ, υποχώρησαν μπροστά στην επιτυχία της αύξησης της εθνικής ασφάλειας. Η Ελλάδα πέτυχε την συγχώνευση της αρχής της Κοινοτικής αλληλεγγύης απέναντι σε τρίτες χώρες. Θα μπορούσε να πει κανείς οτι η επιτυχία αυτή, σε αντίθεση με τις αρχικές προσδοκίες, είναι προϊόν της Ελληνικής διπλωματίας που χρησιμοποίησε την συγκατάθεσή της προς όφελος. Αν και αυτό είναι αλήθεια, το ερώτημα που παραμένει είναι ποιά θα ήταν τα πλεονεκτήματα, αν η Ελληνική θέση ήταν θετική από την αρχή.

Στο θέμα της τρομοκρατίας, η Ελλάδα αρνήθηκε να καταδικάσει την Λιβυή και την Συρία για την υποστήριξη τρομοκρατικών ομάδων, κάτι που προκάλεσε την δυσαρέσκεια των άλλων εταίρων. Η κατάσταση επιδεινώθηκε τον Δεκέμβριο του 1988 όταν, αντίθετα με την απόφαση Ελληνικού δικαστηρίου, η κυβέρνηση αρνήθηκε να εκδώσει τον Παλαιστίνιο τρομοκράτη Al-Zomar στην Ιταλία, και στην πραγματικότητα τον ελευθέρωσε με την δικαιολογία οτι καταδιωκόταν ποινικά για την πολιτική δράση του. Από την άλλη μεριά, η Ελλάδα, μαζί με τα περισσότερα μέλη της Κοινότητας, καταδίκασε το 1989 την Αμερικανική χρήση βίας εναντίον της Λιβύης και ζήτησε μία πολιτική και ειρηνική λύση στο πρόβλημα. 'Oπως και η Ισπανία, η Ελλάδα φοβήθηκε την κλιμάκωση των εχθροπραξιών στην Μεσόγειο, με την ιδέα οτι αυτό θα μπορούσε να απειλήσει την εθνική τους ασφάλεια.

Η Ισπανία, τον πρώτο χρόνο ένταξής της, αντιμετώπισε μια κρίση στην Μεσόγειο. Πρόκειται για την Λιβική κρίση για το ζήτημα της κρατικά υποστηριζόμενης τρομοκρατίας. Η Ισπανία έπαιξε ηγετικό ρόλο, φέρνοντας το ζήτημα για συζήτηση στους μηχανισμούς της ΕΠΣ, στις Βρυξέλλες στις 27 Ιανουαρίου 1986, όπου ομόφωνα καταδικάστηκε η διεθνής τρομοκρατία, και στη Χάγη στις 14 Απριλίου 1986, όπου πάρθηκαν συγκεκριμένα μέτρα κατά της Λιβύης. Λαμβάνοντας υπόψη της την γεωγραφική θέση της, φοβούμενη τυχόν αντίποινα αλλα και διαδηλώνοντας τον Ευρωπαϊκό της προσανατολισμό, η Ισπανία τάχθηκε υπέρ μιας κοινής προσέγγισης της κρίσης, μέσα από την ΕΠΣ, και μιας ειρηνικής διευθέτησης του προβλήματος και συντάχθηκε με το Βέλγιο, την Γερμανία και την Ιταλία για να αντιταχθούν στην Αμερικανική χρήση βίας.[20] Είναι χαρακτηριστικό της Ισπανικής στάσης αυτήν την περίοδο οτι σε σημαντικά ζητήματα Ευρωπαϊκής Πολιτικής Συνεργασίας προσπάθησε να προάγει την ομοφωνία, αφήνοντας σε άλλα κράτη-μέλη να παίξουν τον ρόλο του «μαύρου πρόβατου». Παραδείγματα τέτοιων περιπτώσεων είναι η Ευρωπαϊκή αντίδραση στην διεθνή τρομοκρατία, η πολιτική των κυρώσεων στην Νότια Αφρική, καθώς και οι Κοινοτικές αντιδράσεις στις προτάσεις του Gorbachοv για την δημιουργία ενός «κοινού Eυρωπαϊκού σπιτιού».[21]

Μια άλλη περιοχή όπου η Ισπανική πολιτική επικέντρωσε το ενδιαφέρον της είναι η Μέση Ανατολή. Η ένταξή της στην Κοινότητα συνοδεύτηκε από την διπλωματική αναγνώριση του Ισραήλ. Παρόλο που η Ισπανία διατηρούσε μια παραδοσιακή φιλία με τον Αραβικό κόσμο, η αναγνώριση βοήθησε ιδιαίτερα την Ισπανία στην επιδίωξη μιας εποικοδομητικής Ευρωπαϊκής πολιτικής προς την Μέση Ανατολή σε όλη τη διάρκεια της πρώτης προεδρίας της στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο το 1989. Σε αυτό συντέλεσε και η απόφαση να μην αναγνωριστεί η διακήρυξη του κράτους της Παλαιστίνης που είχε γίνει από το εθνικό συμβούλιο της Παλαιστίνης το 1988.

Οι πρώτες ενέργειες της Ισπανικής προεδρίας τον Ιανουάριο του 1989 δείχνουν την σημασία που έδινε η Ισπανία στην μεσοανατολική ειρηνευτική διαδικασία. Οι πρώτες Ισπανικές δραστηριότητες ήταν η επίσκεψη του υπουργού εξωτερικών στο Ισραήλ, η συνάντηση της τρόϊκα με τον Αραφάτ στη Μαδρίτη και η επίσκεψη της τρόϊκα στην Αίγυπτο, στη Συρία και στην Ιορδανία.[22] Πέρα από την Λατινική Αμερική και την Μέση Ανατολή, μια σημαντική πρωτοβουλία της Ισπανικής εξωτερικής πολιτικής ήταν η Βόρεια Αφρική και οι χώρες της Μαγκρέμπ. Στην περιοχή αυτή, η Ισπανία ανέλαβε ηγετικό ρόλο στην ΕΠΣ προωθώντας την σημασία της περιοχής για την Ευρωπαϊκή ασφάλεια. Η πρωτοβουλία της Ισπανικής προεδρίας και το ενδιαφέρον της για την περιοχή οδήγησε στην έναρξη διαλόγου μεταξύ της ΕΚ και της Αραβικής 'Eνωσης Μαγκρέμπ καθώς και συζητήσεων ανάμεσα στην ΕΚ και την Αραβική Λίγκα.[23]

Στον τομέα των σχέσεων Ανατολής-Δύσης, μπορούμε να πούμε οτι οι ραγδαίες εξελίξεις στην ανατολική Ευρώπη στα τέλη της δεκαετίας του 1980 βοήθησαν στην πρωτοβουλία της Ισπανικής προεδρίας για την έναρξη ενός τακτικού πολιτικού διαλόγου με την Σοβιετική 'Eνωση και τις άλλες χώρες της ανατολικής Ευρώπης καθώς και για την σύναψη οικονομικών και εμπορικών συμφωνιών μαζί τους. Η Ισπανική τοποθέτηση υπέρ του εξευρωπαϊσμού της εξωτερικής πολιτικής της και της επιδίωξης ομοφωνίας στην ΕΠΣ αποδεικνύεται στην περίπτωση της Δυτικής Σαχάρας. Το ζήτημα της Δυτικής Σαχάρας συζητήθηκε για πρώτη φορά στην ΕΠΣ κατά την διάρκεια της Ελληνικής προεδρίας το 1988 και η πρώτη πολιτική διακήρυξη ήρθε σαν αποτέλεσμα Ισπανικών πιέσεων στις 7 Σεπτεμβρίου. Στην διακήρυξη αυτή οι εταίροι ανακοίνωσαν οτι συμμετέχουν στο ειρηνευτικό σχέδιο του ΟΗΕ για την Δυτική Σαχάρα. Η σημασία της διακήρυξης αυτής έγκειται στο οτι η κυβέρνηση Gonzalez που κατά παράδοση υποστήριζε το Polisario Front υιοθέτησε μια στάση μετριοπαθή μέσα στην ΕΠΣ προκειμένου να αποφύγει να έρθει σε άμεση σύγκρουση με την Γαλλία που παραδοσιακά υποστήριζε στην εν λόγω διαμάχη το Μαρόκο. Αυτή η Ισπανική τοποθέτηση εξυπηρέτούσε τρείς κυρίως σκοπούς. Πρώτον, υποστήριζε την διευθέτηση της διαμάχης υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, δεύτερον, ευνοούσε μια Ευρωπαϊκή προσέγγιση προωθώντας συνεργασία και κοινές απόψεις στην ΕΠΣ, και τέλος, χρησιμοποιούσε ως άλλοθι τη δέσμευση της στην Ευρώπη για να αποφύγει μια έξαρση εθνικισμού στην Ισπανική κοινή γνώμη η οποία υποστήριζε το Polisario Front.[24]

 

Συμμετοχή της Ελλάδας και της Ισπανίας στην ΚΕΠΠΑ: 1990-1997

Μετά την Ιρακινή εισβολή στο Κουβέϊτ τον Αύγουστοτου1990, οι Δώδεκα εταίροι γρήγορα κατέληξαν σε μια κοινή διακήρυξη καταδικάζοντας το Ιράκ και ανακοίνωσαν την απόφασή τους να επιβάλλουν εμπάργκο στις εισαγωγές πετρελαίου από το Ιράκ και το Κουβέϊτ.[25] Η Ελλάδα και η Ισπανία αποτέλεσαν τμήμα της γενικής συμφωνίας στην ΕΠΣ. Ειδικά στην Ελλάδα, η νέα κυβέρνηση με ζήλο επέδειξε την προθυμία της να συμφωνήσει με τους Ευρωπαίους εταίρους και να καταδείξει την διαφορά της από την παλιά σοσιαλιστική κυβέρνηση. 'Oμως, παρ' όλες τις διακυρύξεις, η έλλειψη μιας κοινής Ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής έγινε φανερή λόγω της ανικανότητας της Κοινότητας να αναλάβει πρωτοβουλία για την πολιτική διευθέτηση της κρίσης.

Ο Ισπανός πρωθυπουργός Felipe Gonzαlez ήταν ένας από τους πρώτους ηγέτες που υποστήριξαν και πρότειναν την δημιουργία μιας ΚΕΠΠΑ. Στο γράμμα του στον Ιρλανδό Πρόεδρο του Συμβουλίου Charles Haughey στις 4 Μαΐου 1990, ο Gonzαlez περιέγραφε πώς αντιλαμβάνεται τους τρείς πυλώνες της ΕΕ.[26] Την περίοδο των διαπραγματεύσεων για την Συνθήκη της ΕΕ, η Ισπανία υιοθέτησε μια στάση «υπερεθνικού διακυβερνητισμού» (supranational intergovernmentalism).[27] Ο όρος αυτός χαρακτηρίζει την προθυμία της Ισπανικής διπλωματίας να προωθήσει την θεσμοποίηση της ΕΠΣ σε ΚΕΠΠΑ ενσωματωμένη στην ΕΕ με αυξημένο ρόλο για την Επιτροπή και το Κοινοβούλιο αλλά με πρωταρχικό σκοπό την πολιτική διαπραγμάτευση στον υψηλότερο βαθμό. Η Ισπανία ήταν πρόθυμη να αποδεχτεί ακόμα και κάποιους τύπους ειδικής πλειοψηφίας σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Η αυξημένη συμμετοχή και το ενδιαφέρον της Ισπανίας για την κοινή εξωτερική πολιτική της ΕΕ γρήγορα ενδυνάμωσε τον ρόλο και την επιρροή της στους μηχανισμούς της ΕΠΣ. Για παράδειγμα, τον Ιούνιο του 1992, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισσαβώνας υιοθέτησε την Ισπανική πρόταση να περιλάβει την περιοχή της Μαγκρέμπ και της Μέσης Ανατολής στις περιοχές κοινής δράσης. Επίσης, στον τομέα της άμυνας, η Ισπανία έγινε μέλος της Δυτικοευρωπαϊκής 'Eνωσης (ΔΕΕ) το 1988 ευνοώντας ενδεχόμενη ενσωμάτωσή της ΔΕΕ στην ΕΕ σαν το «στρατιωτικό σκέλος» της. Το 1993 η Ισπανία μπήκε στον Ευρωπαϊκό στρατιωτικό σώμα (Eurocorps) με την Γαλλία, την Γερμανία και το Βέλγιο και επίσης ίδρυσε την Κοινή Ναυτική Δύναμη με την Γαλλία και την Ιταλία.[28] Κατα τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων της Συνθήκης για την ΕΕ, οι Ισπανικές προτεραιότητες μπορούν να διαιρεθούν σε 3 κατηγορίες:

1) Οικονομική και πολιτική συνοχή. Η Ισπανία επέμενε στην σημασία της συνοχής και στην ανάγκη για αποτελεσματικότητα.

2) Το ζήτημα του δημοκρατικού ελλείμματος. Η Ισπανία τάχθηκε υπέρ των περισσότερο δημοκρατικών και αποτελεσματικών Ευρωπαϊκών θεσμών.

3) ΚΕΠΠΑ. Η ανάπτυξη μιας ΚΕΠΠΑ ήταν, σύμφωνα με την Ισπανική προοπτική, η ενίσχηση της ικανότητας της ΕΕ για διεθνή πρωτοβουλία, μετατρέποντάς την σε θεσμικό όργανο στην διεθνή σκηνή.[29]

Η δεύτερη Ισπανική προεδρία της ΕΕ το 1995 χαρακτηρίζεται από την αποφασιστικότητα της Ισπανικής κυβέρνησης να στρέψει την Ευρωπαϊκή προσοχή στην Μεσόγειο, που είχε αγνοηθεί ματά τα γεγονότα στην ανατολική Ευρώπη και το ενδιαφέρον που έδειξε η ΕΕ για τα πρώην κομμουνιστικά κράτη. Η Ισπανική πρόταση για την οργάνωση ενός συμποσίου για την άμυνα και συνεργασία στην Μεσόγειο, μπορούμε να πούμε οτι πραγματοποιήθηκε κατά την δεύτερη Ισπανική προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, τον Νοέμβριο του 1995 στην Βαρκελώνη, με την μορφή της Ευρω-Μεσογειακής πρωτοβουλίας. Τα 15 κράτη-μέλη συναντήθηκαν σε υπουργικό επίπεδο, σε μια ιστορική συνάντηση, με τα 12 Μεσογειακά κράτη που δεν ανήκαν στην ΕΕ και με τα οποία είχαν υπογράψει συμφωνίες.[30] Η υιοθέτηση της διακήρυξης της Βαρκελώνης σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας φάσης στις Ευρω-Μεσογειακές σχέσεις.[31] Ισως αυτή να υπήρξε η πιο σημαντική επιτυχία της Ισπανικής διπλωματίας.[32] Μια άλλη, πρόσφατη επιτυχία της Ισπανικής προεδρίας είναι η κοινή θέση των 15 στο ζήτημα της Κούβας που καταδίκασαν την αποδοχή του προτεινόμενου νόμου Helms-Burton απο το Αμερικανικό Κονγκρέσο.

Σε λιγότερο από 15 χρόνια η Ισπανία από ένα απομονωμένο κράτος στην άκρη της Ευρώπης έγινε ένα θεσμικό όργανο με επιρροή, ένας αναπόσπαστος μέτοχος στην ΕΕ. Η πολιτική που ακολούθησε η Ισπανία μετά την ένταξή της δείχνει την προσπάθεια της να εξευρωπαΐσει τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντά της.[33] Η προσπάθειά της αυτή όχι μόνο υπήρξε επιτυχής[34] αλλά και βελτίωσε την Ισπανική εικόνα και επιρροή στην Ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική.

Το τέλος του ψυχρού πολέμου και η επάνοδος της Νέας Δημοκρατίας στην εξουσία έδωσε στην Ελλάδα μεγαλύτερο Ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Κατα την διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την συνθήκη του Maastricht, η Ελλάδα εγκατέλειψε την προηγούμενη σύμπραξή της με τη Βρετανία και τη Δανία και προσχώρησε στο στρατόπεδο υπέρ της πλήρης ολοκλήρωσης. Κατά την διάρκεια της κρίσης στον Περσικό Κόλπο, η Ελλάδα συμφώνησε να βοηθήσει την πολυεθνική δύναμη και συμμετείχε ενεργά με μια φρεγάτα. Παρόλο που η αλλαγή τακτικής ήταν ολοφάνερη, η κρίση στην Γιουγκοσλαβία αιφνιδίασε την Ελλάδα. Μπορεί μεν ο εμφύλιος πόλεμος στα Βαλκάνια να ήταν μιά απειλή γιά την περιοχή όμως συγχρόνως πρόσφερε την κατάλληλη ευκαιρία να ασκήσει την επιρροή της και να παίξει τον ρόλο της ως μέλος της ΕΕ για την σταθερότητα της περιοχής. Παρ' όλα αυτά, η Ελλάδα αντι να γίνει ο σημαντικός παράγοντας στην λύση του προβλήματος, έγινε μέρος του ίδιου του προβλήματος. Η ανάπτυξη εθνικιστικών αισθημάτων που σημάδεψαν το Μακεδονικό ζήτημα και η συγκεκριμένη αδιέξοδη πολιτική, που η Ελληνική κυβέρνηση εφάρμοσε, κατέστρεψαν τις Ελληνικές ευκαιρίες να ξανακερδιθεί η χαμένη αξιοπιστία και φήμη, να παίξει εποικοδομητικό ρόλο και να ασκήσει επιρροή στην ΚΕΠΠΑ.

Οι ιστορικές καταβολές του Μακεδονικού είναι πλέον γνωστές, γι' αυτό και δεν θα σταθούμε σ' αυτές. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η αντίδραση της Ελλάδας μετά την ανακήρυξη της δημιουργίας της «Δημοκρατίας της Μακεδονίας» από τον Γλιγκόρωφ. Η Ελλάδα αντέδρασε όχι μόνο για το ζήτημα του ονόματος αλλά και για άρθρα του Συντάγματός της FYROM, που έδειχναν «αλυτρωτικές διαθέσεις», τονίζοντας όμως το ζήτημα της ονομασίας. Αυτό ήταν το μεγάλο λάθος της Ελληνικής κυβέρνησης. Αντί να επικεντρώσει το ενδιαφέρον της στο δεύτερο και πιο σημαντικό ζήτημα, το οποίο θα μπορούσε να λυθεί εύκολα, ανάλωσε όλες τις δυνάμεις της στο ζήτημα του ονόματος. Από επίσημα έγγραφα που είναι τώρα διαθέσιμα σχετικά με τα γεγονότα και τις διαπραγματεύσεις εκείνων των ημερών στα πλαίσια των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων, ο 'Eλληνας πρωθυπουργός το 1991 αντιλήφθηκε ακριβώς την ουσία του προβλήματος και πώς η Ελλάδα έπρεπε να συμπεριφερθεί απέναντι στο νέο κράτος.[35] 'Oταν οι προσωπικές φιλοδοξίες του υπουργού εξωτερικών, Αντώνη Σαμαρά, που τον οδήγησαν σε σκληρή εθνικιστική συμπεριφορά, κυρίως για εσωτερική κατανάλωση. Η κατάσταση αυτή έδεσε τα χέρια του πρωθυπουργού και όλης της κυβέρνησης, και αργότερα οδήγησε στην πτώση της.[36]

Δύο είναι οι κατηγορίες των αιτιών που οδήγησαν στην αποτυχία της Ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, η οποία, αντί να ακολουθήσει πολιτικές μεθόδους Ευρωπαϊκών προδιαγραφών, συμβάλοντας έτσι στην ειρήνη της περιοχής ως μέλος της ΕΕ με όλες τις υποχρεώσεις (και δικαιώματα) που αυτό συνεπάγεται, έγινε πεδίο εθνικιστικής εξωτερικής πολιτικής «ανατολικο-ευρωπαϊκού» τύπου και τελικά έγινε μέρος του προβλήματος αντί να αποτελέσει μέσο για την επίλυσή του.

Η πρώτη κατηγορία των αιτιών είναι η «εσωτερικοποίηση» του προβλήματος. Ο πρώτος κακός χειρισμός των Ελλήνων πολιτικών ήταν να μετατρέψουν ένα μικρό πρόβλημα σε τεράστιο ζήτημα. Με την προώθηση και την πραγματοποίηση των δύο μεγάλων συλλαλητηρίων στην Αθήνα και Θεσσαλονίκη το πρόβλημα παρουσιάστηκε σαν ζωτικό για τα εθνικά συμφέροντα τα οποία, όποιος θέλει να τα διαπραγματευτεί και να συμβιβαστεί θεωρείται προδότης. Ο δεύτερος κακός χειρισμός ήταν η τροφοδότηση ενός υπερ-πατριωτικού, εθνικιστικού συναισθήματος στην κοινωνία, προερχόμενο από πολιτικούς και μέσα μαζικής επικοινωνίας, ανάμεσα στους οποίους, κάθε μετριοπαθής, σκεπτικιστική και λογική άποψη ήταν απορριπτέα. Ο τελευταίος κακός χειρισμός ήταν οτι το πρόβλημα έγινε αιτία κομματικών αντιπαραθέσεων. Το ΠΑΣΟΚ, το οποίο βρισκόταν τότε στην αντιπολίτευση, εκμεταλλεύτηκε το θέμα της Μακεδονίας για να παρουσιάσει ένα πατριωτικό πρόσωπο και να εκμεταλλευθεί κάθε ήττα της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Ο Σαμαράς, ο πρώην υπουργός εξωτερικών, που χρησιμοποίησε την αντιπαράθεση για την δημιουργία προσωπικής πολιτικής καριέρας, ίδρυσε το δικό του κόμμα, την Πολιτική 'Aνοιξη, βασισμένος σε ισχυρές εθνικιστικές γραμμές, και τελικά υπήρξε η αιτία για την πτώση της κυβέρνησης το 1993. Το γεγονός οτι το πρόβλημα παρουσιάστηκε ως πρόβλημα εσωτερικής υφής δημιούργησε ατμόσφαιρα εθνικιστικής υστερίας στο πολιτικό σύστημα και στην Ελληνική κοινωνία.

Το καλοκαίρι του 1991, ο Αμερικανός πολιτικός αναλυτής Jo Glick, διεξήγαγε μια εκτενή ποιοτική έρευνα της Ελληνικής κοινής γνώμης. Η έρευνα κατέληξε σε μερικά πολύ ενδιαφέροντα σημεία, τα οποία αξίζει κανείς να παρατηρήσει.[37] Ο Jo Glick κατέληξε στο συμπέρασμα πως οι πολίτες στην Ελλάδα αισθάνονται ντροπή γιατί η Ελλάδα έχει μείνει πίσω από τις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες και γιατί την τελευταία δεκαετία έχασε την ευκαιρία να γίνει μοντέρνο Ευρωπαϊκό κράτος. Ακόμα πως η Ελλάδα αισθάνεται πως απειλείται από μια ενδεχόμενη εξωτερική επέμβαση στον Ελληνικό τρόπο ζωής και περιγράφει την σύγχρονη κατάσταση στην Ελλάδα ως κρίση ηθικής. Το ψυχικό κενό του μέσου 'Eλληνα γέμισε με πατριωτικά αισθήματα και εθνικιστικές εκφράσεις, κατι που έκανε την Ευρώπη να αμφισβητήσει την θέση της Ελλάδας, ως αποτέλεσμα της απόφασης των περισσότερων ευρωπαϊκών κρατών να αναγνωρίσουν την FYROM.

Η δεύτερη κατηγορία αιτίων που οδήγησαν στην αποτυχία της Ελληνικής εξωτερικής πολιτικής αφορά στη διεθνοποίηση του προβλήματος. Η εξωτερίκευση της Ελληνικής εσωτερικής κατάστασης, που περιγράφηκε πιο πάνω, οδήγησε σε κρίση ανάμεσα στην Ελλάδα και τα μέλη της ΕΕ. Η εθνικιστική εξωτερική πολιτική, που αποδείχτηκε αναποτελεσματική, ήταν αρνητική για την Ελλάδα στα πλαίσια της ΚΕΠΠΑ. Η Ελλάδα χρησιμοποίησε κάθε μέσο, ακόμα και veto, για να αποφύγει οποιαδήποτε αναγνώριση του νέου κράτους από την ΕΕ και από μεμονωμένα κράτη. Σε ένα περιβάλλον στο οποίο η Ευρώπη έπρεπε να εργαστεί με μια φωνή για τη διασφάλιση της σταθερότητας της περιοχής και για την παύση του πολέμου στη Βοσνία, η Ελλάδα έριχνε «λάδι στην φωτιά» με την επιμονή της σε αδιέξοδες πολιτικές.[38] Το πρόβλημα θα μπορούσε να είχε βρεί την λύση του από την αρχή με έναν συμβιβασμό που θα έδινε στην Ελλάδα την ευκαιρία για οικονομική, πολιτιστική και πολιτική συνεργασία με το ανεξάρτητο κράτος. Επίσης, θα μπορούσε να συμβάλει στην δημοκρατική σταθερότητά του ώστε η Ελληνική παρουσία να γίνει απαραίτητη για την ύπαρξή του, εξαλείφοντας έτσι κάθε πιθανό μελλοντικό κίνδυνο. Αυτό δεν έγινε και η Ελλάδα έχασε ένα σημαντικό μέρος της αξιοπιστίας της, ως μέλος της ΕΕ, καθώς και μέρος της διπλωματικής της δύναμης. Αργότερα, όταν η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ επανεξελέγη, σταμάτησε με μια ανεύθηνη κίνηση τις διαπραγματεύσεις Ελλάδας-FYROM στον ΟΗΕ και επέβαλε οικονομικό εμπάργκο. Αυτό επιβάρυνε την σχέση της Ελλάδας με την ΕΕ και έτσι η Επιτροπή έφερε το θέμα στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.[39] Παρά την προσωρινή συμφωνία Αθήνας-Σκοπίων σε όλα τα θέματα εκτός του ονόματος, που οδήγησε την Επιτροπή στην απόσυρση της προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, η άρνηση του δικαστηρίου στην έκκληση της Επιτροπής για επείγουσα προσωρινή απόφαση για άρση του εμπάργκο από την Αθήνα, ευνόησε την Ελληνική κυβέρνηση να απωθήσει την πίεση των εταίρων.[40] Η περίπτωση αυτή αποδεικνύει οτι η διαδικασία του εξευρωπαϊσμού και εκσυγχρονισμού της Ελλάδας υπονομεύεται από ανθρώπους που βασίζονται στο λαϊκισμό και τη δημαγωγία για προσωπικό τους όφελος. Οι Βερέμης και Κουλουμπής κλείνουν το βιβλίο τους σχολιάζοντας την Ελληνική εξωτερική πολιτική με την εξής φράση: «ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την χώρα μας είναι να κατρακυλήσει αταβιστικά και να υποκύψει στον πειρασμό των σειρήνων του σωβινισμού, του αλυτρωτισμού, του εθνικο-θρησκευτικού φανατισμού και της θεωρίας της παγκόσμιας σύγκρουσης, εγκαταλείποντας τα ευρωπαϊκά και ατλαντικά της ερείσματα στο όνομα μιας άκρως αμφιλεγόμενης πολιτιστικής συγγένειας με το λεγόμενο άξονα της σλαβο-ορθοδοξίας.» [41]

Μια σημαντική αλλαγή συντελέστηκε το 1996 όταν το ΠΑΣΟΚ εξέλεξε νέο αρχηγό και πρωθυπουργό. Ο Κώστας Σημίτης θεωρήθηκε τεχνοκράτης και υπέρμαχος της Ευρώπης. Υπάρχουν μάλιστα δύο περιπτώσεις που δείχνουν την αλλαγή που άρχισε να συντερείται στην Ελλάδα μετά το 1996 και τις θετικές επιπτώσεις που είχε αυτό για την επιρροή και την αξιοπιστία της Ελλάδας. Η πρώτη είναι μια περίπτωση διαχείρισης κρίσεως. Την άνοιξη του 1996, η Τουρκία αμφισβήτησε ανοιχτά την Ελληνική κυριαρχία πάνω σε μια ομάδα νησίδων στο Αιγαίο, και ιδιαίτερα τις νησίδες 'Iμια, με αποτέλεσμα οι στόλοι των δύο χωρών να βρεθούν αντιμέτωποι πάνω στα νησιά 'Iμια. Η εμπλοκή θα μπορούσε να ήταν μια εύκολη και δημοφιλής επιλογή, αλλά η Ελληνική κυβέρνηση επέλεξε την σταδιακή απεμπλοκή που προκάλεσε τις έντονες αντιδράσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Τελικά, το αποτέλεσμα ήταν η ενίσχυση της Ελληνικής υπόληψης στην Ευρώπη και του ρόλου της Ελλάδας στην ΕΕ.

Η δεύτερη περίπτωση που έδειξε την αλλαγή που έχει ξεκινήσει να συντελείται και την δυνατότητα επιρροής που έχει η Ελλάδα, είναι η μεσολάβηση της Ελλάδας για την υπογραφή της συνθήκης ειρήνης και την ανταλλαγή διπλωματικών αποστολών μεταξύ Γιουγκοσλαβίας και Κροατίας, που έλαβε χώρα στην Αθήνα το καλοκαίρι του 1996 υπό τις προσπάθειες του 'Eλληνα πρωθυπουργού Σημίτη. Η Ελληνική στάση στη διάρκεια της Αλβανικής κρίσης και η συμμετοχή της στην επίλυση του προβλήματος, καθώς επίσης και η νέα επαναπροσέγγιση με την Τουρκία, σύμφωνα με το πνεύμα της Μαδρίτης, για μια ειρηνική διαπραγμάτευση για την επίλυση των προβλημάτων τους, ενδυνάμωσε τη θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη και άρχισε να αλλάζει ριζικά την αρνητική της φήμη.

 

Η Διακυβερνητική Διάσκεψη του 1996 και η Συνθήκη του Amsterdam

Οι Ελληνικές προτάσεις κατα τη διάρκεια της διακυβερνητικής διάσκεψης του 1996, χαρακτηρίζονται από τον υψηλό βαθμό των θεσμικών μεταρρυθμίσεων προς ένα ομοσπονδιακό σύστημα. Η ενίσχυση του νομοθετικού και πολιτικού ρόλου του Ευρωκοινοβουλίου, καθώς επίσης και η αυξημένη συμμετοχή των εθνικών κοινοβουλίων στη διαμόρφωση των Ευρωπαϊκών πολιτικών, η αναβάθμιση της Επιτροπής των περιφερειών και του ρόλου του Ευρωπαΐου συνήγορου του πολίτη, ο ουσιαστικός και αποτελεσματικός ρόλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που προτείνει να είναι υπόλογη στη Βουλή και στον εκλεγμένο από αυτήν Πρόεδρό της, είναι μερικές από τις πιό σημαντικές Ελληνικές προτάσεις. 'Oσον αφορά την ΚΕΠΠΑ, η Ελλάδα πρότεινε την ενσωμάτωσή της στην Κοινότητα με την προάσπιση των ζωτικών συμφερόντων των χωρών-μελών, την αποτελεσματική εφαρμογή της αρχής της αλληλεγγύης και την προστασία των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ.[42]

Το 1996 η Ισπανία έγινε μάρτυρας μιας αλλαγής στην κυβέρνηση. Το Λαϊκό Κόμμα του Josι Maria Aznar σχημάτισε την πρώτη κεντροδεξιά κυβέρνηση από το 1982. Ο Aznar ιδεολογικά δεν υπήρξε Ευρωπαϊστής, όπως ο Gonzαlez, αλλά παρόλα αυτά υποστηρίζει τον Ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Ισπανίας έχοντας «συνειδητοποιήσει το γεγονός οτι μόνο μέσα στην Ευρώπη μπορεί η Ισπανία να προωθήσει τα εθνικά της συμφέροντα και, σε αντίθεση με Βρετανούς ευρωσκεπτικιστές, πιστεύει οτι χωρίς τη δέσμευση της ΕΕ για αλληλεγγύη και συνοχή, θα κατέληγε κάτι περισσότερο από μια κοινή αγορά».[43] Παρόλο που η Ισπανία στην πρότασή της για την διακυβερνητική τάσσεται υπέρ της ευελιξίας, αρνείται την ιδέα της «Ευρώπης α λα κάρτ». Η ευελιξία για την κυβέρνηση του Aznar είναι απαραίτητη μπροστά στην προοπτική μιας μελλοντικής διεύρυνσης της ΕΕ. Η Ισπανία έδειξε σκεπτικισμό για τις αυξημένες εξουσίες του Ευρω-Κοινοβουλίου και της Επιτροπής. Υποστήριξε οτι οι προυπάρχουσες αρμοδιότητες είναι ικανοποιητικές. Στην ΚΕΠΠΑ, η Ισπανία υποστήριξε την διεύρυνση της εφαρμογής της ειδικής πλειοψηφίας, μια και αυτό θα μπορούσε να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα του δεύτερου πιλώνα. Από την άλλη μεριά όμως, συμφώνησε οτι ένα θεμελιώσες ή ζωτικό συμφέρον ενός κράτους μπορεί να αποτρέψει μια συλλογική στάση ή πράξη.[44] Γενικά, θα λέγαμε οτι η Ισπανική στάση απέναντι στην Ευρώπη έχει αλλάξει αισθητά με την αλλαγή της κυβέρνησης. Ο αναμφισβήτητος υπερεθνικισμός του Felipe Gonzαlez έδωσε την θέση του στην διακυβερνητική θεσμοποίηση του Josι Maria Aznar. Το τελικό κείμενο της Συνθήκης του 'Aμστερνταμ μπορεί να περιγραφεί ως ένας συμβιβασμός μεταξύ διακυβερνητικών και υπερεθνικιστών, αλλά όσον αφορά την Ελλάδα και την Ισπανία, μοιάζει να έχει υπάρξει μια ριζική αλλαγή στις θέσεις τους από τον καιρό της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης.

 

Συμπεράσματα

Με την ένταξή τους στην Κοινότητα, και η Ελλάδα και η Ισπανία, θεώρησαν την Κοινότητα σαν ένα περισσότερο πολιτικό παρά οικονομικό forum. Η ανάγκη και για τις δύο χώρες να προστατέψουν τις νεοεγκαθιδρυμένες δημοκρατίες τους, για την Ισπανία να τερματίσει τη μακροχρόνια απομόνωσή της στην εξωτερική πολιτική και για την Ελλάδα να τερματίσει τη μακροχρόνια εξαρτημένη της εξωτερική πολιτική, ήταν πιο σημαντική από τα οικονομικά οφέλη της συμμετοχής, αν και δεν θα μπορούσε να πει κανείς οτι οι οικονομικοί παράγοντες δεν συνυπολογίστηκαν. Η άμυνα και η δημοκρατική σταθερότητα ήταν οι κύριες ανησυχίες για τις κυβερνήσεις Καραμανλή και Σουάρεθ, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, για να ζητήσουν την ένταξή τους στην Κοινότητα ως πλήρη μέλη.

Εννέα μήνες μετά την επίσημη ένταξη της Ελλάδας στην Κοινότητα η νέα σοσιαλιστική κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ είχε τελείως διαφορετική αντίληψη της εξωτερικής πολιτικής, μιας Ελληνικής ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής, διαφορετικής από τις πολιτικές των άλλων εταίρων. Αντιθέτως, η Ισπανία και το σοσιαλιστικό κόμμα του Felipe Gonzαlez ακολούθησε μια διαφορετική προσέγγιση από αυτή των Ελλήνων σοσιαλιστών. Είδαν την ΕΠΣ σαν ευκαιρία για την ενδυνάμωση της Ισπανικής εξωτερικής πολιτικής και όχι σαν υποχώρηση ή εξάρτηση. Η Ισπανία είδε την ΕΠΣ σαν ευκαιρία, ενώ η Ελλάδα σαν απειλή. Αυτή ήταν η κύρια διαφορά στην φιλοσοφία της εξωτερικής πολιτικής των δύο χωρών με τρομερές επιπτώσεις στον ρόλο και την επιρροή στην κοινή Ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική. Η φήμη ενός κράτους είναι πολύ σημαντική για την αύξηση της επιρροής του, καθώς η «επιρροή» είναι η συνολική δραστηριότηατ ενός κράτους και με τους τέσσερις τρόπους. 'Eνας διαμεσολαβητής ασκεί σημαντική επιρροή καθώς έχει την φήμη θετικής συμμετοχής και δημιουργίας κλίματος ομοφωνίας. Αντίθετα, αν και αυτός που ασκεί veto επηρεάζει, η επιρροή του είναι αρνητική και μειώνει τον συνολικό βαθμό επιρροής του κράτους, απομονώνοντάς το από τα υπόλοιπα κράτη-μέλη. Εξ ορισμού, όποιος ασκεί veto δεν έχει τέτοιο αποτέλεσμα. Αντίθετα, η κατάχρηση του veto και η αρνητική συμπεριφορά ζημιώνει τον ρόλο και την επιρροή ενός κράτους.

Η Ελλάδα και η Ισπανία έγιναν μέλη της Κοινότητας με παρόμοιο υπόβαθρο και παρόμοιες ανησυχίες και σκέψεις. Παρ' όλα αυτά, κατά τη δεκαετία του 1980 ακολούθησαν πολύ διαφορετική προσέγγιση της Ευρώπης. Η Ελλάδα έκανε συνεχώς χρήση του veto ενώ η Ισπανία ανέλαβε πρωτοβουλίες. Ο πολιτικός προσανατολισμός των δύο σοσιαλιστικών κυβερνήσεων, που μόλις βρέθηκαν στην εξουσία, σε δύο παραδοσιακά δεξιοκρατούμενες χώρες, ήταν σχεδόν αντίθετος. Ο Gonzαlez αφοσιώθηκε στον δυτικό προσανατολισμό για την Ισπανία και στην Ευρωπαϊκή ενοποίηση ως ουσιώδης προτεραιότητα. Η Ενεργητική συμμετοχή στην ΕΠΣ, θεωρήθηκε επιθυμητή και ευεργετική και για την Ισπανία και για την εξέλιξη της Κοινότητας. Αντίθετα από τον Gonzαlez, ο Παπανδρέου ακολούθησε την φιλοσοφία του ανεξάρτητου σοσιαλισμού. Ο πολιτικός προσανατολισμός του διέφερε από όλων των άλλων Ευρωπαίων εταίρων. Θεώρησε οτι για μια ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική ήταν αναγκαία η διαφοροποίηση από την υπόλοιπη Ευρώπη. 'Oπως μπορεί να δεί κανείς από τις υποθέσεις της Ελληνικής συμμετοχής στην ΕΠΣ/ΚΕΠΠΑ, όσο η Ελλάδα ακολουθούσε χωριστά μονοπάτια στην εξωτερική πολιτική από την υπόλοιπη Ευρώπη, και διατηρούσε τη φήμη ενός αρνητικού παίχτη εκτός κανόνων, παρέμενε μια μοναχική φωνή χωρίς την δυνατότητα άσκησης επαρκούς επιρροής ούτε καν για να υποστηρίξει τα ενδιαφέροντά της. Από την άλλη μεριά, πριν ακόμα την επίσημη ένταξή της, η Ισπανία προανείγγειλε το δρόμο που επρόκειτο να ακολουθήσει και ο οποίος, όπως δείχνουν οι διάφορες περιπτώσεις, μετέτρεψαν την Ισπανία σε σημαντικό θεσμικό όργανο μέσα στην Ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική. Ο βαθμός επιρροής της Ισπανίας υπήρξε σημαντικός από την πρώτη στιγμή της εισόδου της στην ΕΚ λόγω του πολιτικού προσανατολισμού της και την συνεχή συμμετοχή της. Το επιχείρημα του άρθρου υποστηρίζεται με το παράδειγμα της Ελλάδας. Η αλλαγή στην Ελληνική τοποθέτηση στη δεκαετία του 1990 και ιδιαίτερα η ριζική στροφή στην Ελληνική εξωτερική πολιτική μετά το 1996 και η επαναπροσέγγιση της με την Ευρώπη, αναβάθμισαν τον ρόλο της και την επιρροή της στην διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής.


Σημειώσεις

[1]. Strange, S., (1994), States and Markets, 2nd edition, Pinter, London.

[2] R. Cox and H. Jacobson (1974), The anatomy of influence, Yale University Press, London.

[3]. Ibid, σελ.12.

[4]. Ibid, σελ.13.

[5]. Λίγο πρίν από την πρώτη συμμετοχή του στη Σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ο Ανδρέας Παπανδρέου δήλωνε στον τύπο οτι: «δεν έχω καμία προκατάλυψη ή κάποιου είδους παρανόηση με τους εταίρους μας. Θα τους καταστήσω όμως σαφές ότι δεν είμαι διατεθειμένος να δεχτώ οποιαδήποτε απόφαση βλάπτει το έθνος» (Το Βήμα, 24 Δεκεμβρίου 1981)

[6]. Ο Ελληνικός τύπος, φιλικός πρός την κυβέρνηση πανηγήρισε την Eλληνική τοποθέτηση ως το πρώτο δείγμα της αλλαγής στην Ελληνική εξωτερική πολιτική. Βλ. Γ. Βαληνάκης (1991), Ευρωπαϊκή Πολιτική και Αμυντική Συνεργασία, Παπαζήσης, Αθήνα, σελ.112.

[7]. S. Nuttall (1992), European Political Co-operation, Clarendon Press, Oxford, σελ. 216.

[8]. Η Ελλάδα δεν ήταν η μόνη χώρα εναντίων του σχεδίου. Η Ιρλανδία επίσης αρνήθηκε να συμφωνήσει στην ειρηνική αποστολή εάν δεν ήταν κάτω απο την αιγήδα του ΟΗΕ.

[9]. Βλ. Nuttal ό.π., σελ. 202.

[10]. Ibid, σελ. 194.

[11]. Ibid, σσ.207-208.

[12]. Η Ιρλανδία βιάστηκε να αποκυρήξει τα οικονομικά μέτρα εναντίων της Αργεντινής και να καταδικάσει την Βρετανία για την χρήση βίας. Επίσης η Ιταλία και η Δανία απέσυραν την εφαρμογή των μέτρων.

[13]. Ñ. Calduch (1994), La política exterior Española en el siglo XX, Ciencias Sociales, Madrid, σελ.216.

[14]. Μετά από πρωτοβουλία της Κόστα Ρίκα, θεσμοθετίθηκε το ετήσιο συμπόσιο στο San Josè της Κόστα Ρίκα με την συμμετοχή της ΕΚ και όλων των χωρών της Κεντρικής Αμερικής, μαζί με της χώρες της ομάδας Κονταδόρα που δεν ανήκουν στην Κ. Αμερική. Η Ισπανία και η Πορτογαλία προσκλήθηκαν γιά να συμμετάσχουν στο πρώτο συμπόσιο της 28-29 Σεπτεμβρίου 1984 πριν την ένταξή τους στην ΕΚ.

[15]. Τον Ιανουάριο του 1983, οι υπουργοί εξωτερικών του Μεξικό, Βενεζουέλα, Παναμά και Κολομβίας συναντήθηκαν στο νησί Κονταδόρα στον Κόλπο του Παναμά και κάλεσαν τις χώρες που συμμετείχαν στην διάνεξη της Κεντρικής Αμερικής να αρχίσουν πολυμερής διαπραγματεύσεις. Αυτό άρχισε την ομάδα Κονταδόρα, η οποία προώθησε την ειρήνη και οικονομική ανάπτυξη της Κεντρικής Αμερικής.

[16]. Τα Νέα, 7 Ιουλίου 1985.

[17]. Βλ. Nuttal, ό.π., σελ.247.

[18]. Σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και άμυνας η Ελλάδα πήρε ανεξάρτητη θέση με μια σειρά απο επιφυλάξεις, σχεδιασμένες στο να μπλοκάρει οποιαδήποτε εξασθένηση της ομοφωνίας και την απομάκρινση της ΕΠΣ απο το ΝΑΤΟ.

[19]. 'Oταν η πρώτη φορά που το ΠΑΣΟΚ έξέφραζε την αλλαγμένη του άποψη αναφορικά με θέματα άμυνας. Μέχρι τότε θεωρούσε την ενσωμάτωση ζητημάτων άμυνας στην ΕΠΣ ως υποχώρηση στο ΝΑΤΟ.

[20]. N. Winn (1996), European crisis management in the 1980s, Dartmouth, Aldershot, σελ.211.

[21]. E. Regelsberger (1989), "Spain and the European Political Cooperation-No Enfant Terrible", The International Spectator, Vol. XXIV, No 2, April-June '89,σελ. 121.

[22]. Ibid.

[23]. Βλ. Calduch, ό.π., σελ.217.

[24]. E. Barbé (1996), "Spain", in C. Hill (ed), The actors in Europe's foreign policy, Routledge, London, σελ.122.

[25]. Βλ. Nuttal, ό.π., σελ.264.

[26]. Βλ. Barbé, 1996, σελ.266.

[27]. Ibid, σελ.118.

[28]. Ibid, σελ. 121.

[29]. Α. Ortega (1994), La razón de Europa, El País/Aguilar, Madrid, σελ.227.

[30]. Η Λιβύη ήταν ο μόνος απών απο το Συμπόσιο.

[31]. E. Barbé (1996c), "The Barcelona Conference: Launching Pad of a process", Mediterranean Politics, Vol. 1, Num. 1, Summer '96, σελ.37.

[32]. Είναι επίσης αξιοσημείωτη η προσωπική προσπάθεια του Ισπανού υπουργού εξωτερικών Javier Solana που συνέβαλε στην επιτυχία του συμποσίου, μια επιτυχία που αργότερα τον οδήγησε στην Γενική Γραμματεία του ΝΑΤΟ.

[33]. E. Barbé (1995), "European political cooperation: The upgrading of Spanish foreign policy", in R. Gillespie, F. Rodrigo & J. Story (eds), Democratic Spain: reshaping external relations in a changing world, Routledge, London, σελ.121.

[34]. Και οι δύο βασικές περιοχές Ισπανικού ενδιαφέροντος έγιναν περιοχές σημαντικής ενασχόλησης της ΕΕ.

[35]. «Ομιλία του Πρωθυπουργού, Κ. Μητσοτάκη, για την Ευρωπαϊκή πολιτική της Ελλάδας (Σεπτέμβριος 1991)», στο Περράκης και Γρηγορίου (1994), Η Ελλάδα στις διαδικασίες της Ευρωπαϊκής ενοποίησης: Κείμενα, Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή.

[36]. Θ. Σκυλακάκης (1995), Στο όνομα της Μακεδονίας, Ελληνική Ευρωεκδοτική, Αθήνα.

[37]. Ibid

[38]. Επετηρίδα ΕΛΙΑΜΕΠ, Αθήνα, 1995.

[39]. Γ. Σέκερης (1995), «Τα αντίμετρα των Σκοπίων», Επετηρίδα ΕΛΙΑΜΕΠ, Αθήνα, 1995

[40]. K. Featherstone (1996), "Introduction", in K. Featherstone & K. Ifantis (eds), Greece in a changing Europe, Manchester University Press, Manchester, σελ. 8.

[41]. Θ. Βερέμης και Θ. Κουλουμπής (1994), Ελληνική εξωτερική πολιτική: προοπτικές και προβληματισμοί, Σιδέρης, Αθήνα, σελ. 99.

[42]. Π.Κ. Ιωακιμείδης (1995), Η αναθεώρηση της συνθήκης του Maastricht, Θεμέλιο, Αθήνα, σελ.59.

[43]. F. Rodrigo (1996), "The Spanish debate", in Discussion Paper 67, The 1996 IGC- National Debates (2) Germany, Spain, Sweden and the UK, The Royal Institute of International Affairs, Chameleon Press, London, σελ.25.

[44]. Ibid, σελ.32.


About the H.A.T.A. Review

Πληροφορίες γιά την Επιθεώρηση

Guidelines for Submission of Articles

Οδηγίες γιά την Υποβολή Εργασιών

Related Pages

Σελίδες συναφούς περιεχομένου