ΓΚΡΙΖΕΣ ΖΩΝΕΣ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ ΠΕΛΑΓΟΣ:

ΣΥΝΤΟΜΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΑΝΑΦΥΟΜΕΝΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ

 Μαρία Γαβουνέλη Ph.D.

 ΔΝ, Δικηγόρος, Επιστημονική συνεργάτις του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου.


Εισαγωγή

Την επαύριο του επεισοδίου στις νησίδες Ίμια στις 30/31 Ιανουαρίου 1996 το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών σημείωνε επισήμως ότι “εξαιτίας της απουσίας συνολικής διμερούς συμφωνίας μεταξύ των δύο χωρών…υπάρχουν εκατοντάδες μικρά νησιά, νησίδες και βραχονησίδες στο Αιγαίο…[των οποίων] το καθεστώς παραμένει αδιευκρίνιστο”, ανακοίνωνε δε ότι προχωρά στην εκπόνηση νομικής μελέτης για το καθεστώς των σχηματισμών αυτών. Τα νησιά αυτά συνιστούν terra nullius, είναι αδέσποτα και ως εκ τούτου αποτελούν γκρίζες ζώνες κυριαρχίας. Η επίσημη τουρκική θέση εμφαίνεται σε μια στρατιωτική έκθεση σύμφωνα με την οποία:

...τα νησιά του Αιγαίου που δεν αναφέρονται σε καμμιά συνθήκη και δεν κατελήφθησαν από την Ελλάδα κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων καθώς και τα νησιά, νησίδες και βραχονησίδες που βρίσκονται σε απόσταση μικρότερη των έξι μιλίων από τις τουρκικές ακτές ανήκουν νομίμως στην Τουρκία, διάδοχη χώρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. … Η Τουρκία διατηρεί κυριότητα επί των νήσων αυτών, με την εξαίρεση αυτών που δόθηκαν στην Ελλάδα με το άρθρο 12 της Συνθήκης της Λωζάννης. [Κούρκουλας 1997]

Terrae nullius - αδέσποτα εδάφη:

Ο κύριος τρόπος απόκτησης τίτλου κυριότητας επί εδάφους παραμένει σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο η κατάληψη [Ρούκουνας 1982: 30-48]. Η έννοια του “αδέσποτου εδάφους” χρησιμοποιήθηκε προεχόντως για να δικαιολογήσει νόμιμο τίτλο επί των προσφάτως ανακαλυφθέντων εδαφών της Αμερικής και της Αυστραλίας κατά την εποχή των ανακαλύψεων. Σήμερα χρησιμοποιείται ενίοτε για βραχονησίδες στην μέση του ωκεανού, που αποκτούν ξαφνικά ιδιαίτερο πολιτικό και οικονομικό ενδιαφέρον λόγω της στρατηγικής τους θέσης. Κλασσικά παραδείγματα αποτελούν η ακατοίκητη βραχονησίδα Rockall στη μέση του Ατλαντικού [Symmonds 1982] και τα εντόνως αμφισβητούμενα νησιά Nansha ή Spratly στη Νότια Θάλασσα της Κίνας [Joyner 1998: 193-236]. Με πάνω από 2000 χρόνια χαρτογραφημένης ιστορίας, το Αιγαίο Πέλαγος είναι μάλλον απίθανο να περιλαμβάνει τέτοια “αδέσποτα” εδάφη. Επομένως, το νομικό καθεστώς των νησιών, νησίδων και βραχονησίδων του πρέπει να αναζητηθεί σε συμβατικά κείμενα.

 

Η Σύμβαση της Λωζάννης του 1923

Οι συμβάσεις ειρήνης της Λωζάννης, συναφθείσες μεταξύ της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Ιαπωνίας, της Ελλάδας [ΦΕΚ Α 238, 24/25 Αυγούστου 1923], της Ρουμανίας και του Σερβο-κροατο-σλοβενικού κράτους αφενός και της Τουρκίας αφετέρου, επεδίωξαν να καλύψουν με νομικό ένδυμα τα νέα σύνορα της Ευρώπης, όπως αυτά προέκυψαν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την εξαφάνιση της Αυστροουγγρικής και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το εδαφικό καθεστώς των νησιών του Αιγαίου ρυθμίζεται κυρίως στο άρθρο 12 ενώ η Δωδεκάνησος παραχωρείται με το άρθρο 15 στην Ιταλία (το άρθρο 15 της Συνθήκης της Λωζάννης επαναλαμβάνεται σχεδόν επί λέξει στη Σύμβαση των Παρισίων του 1947, με την οποία η Δωδεκάνησος παραχωρείται στην Ελλάδα). Τα κείμενα των σχετικών άρθρων έχουν ως εξής:

Άρθρον 12

Η ληφθείσα απόφασις τη 13η Φεβρουαρίου 1914 υπό της Συνδιασκέψεως του Λονδίνου εις εκτέλεσιν των άρθρων 5 της Συνθήκης του Λονδίνου της 17/30 Μαΐου 1913, και 15 της Συνθήκης των Αθηνών της 1/14 Νοεμβρίου 1913, η κοινοποιηθείσα εις την Ελληνικήν Κυβέρνησιν τη 13 Φεβρουαρίου 1914 και αφορώσαι εις την κυριαρχίαν της Ελλάδος επί των νήσων της Ανατολικής Μεσογείου, εκτός της Ιμβρου, Τενέδου και των Λαγουσών νήσων (Μαυρυών), ιδία των νήσων Λήμνου, Σαμοθράκης, Μυτιλήνης, Χίου, Σάμου και Ικαρίας, επικυρούται υπό την επιφύλαξιν των διατάξεων της παρούσης Συνθήκης των συναφών προς τας υπό την κυριαρχίαν της Ιταλίας διατελούσας νήσους, περί ων διαλαμβάνει το άρθρον 15.

Εκτός αντιθέτου διατάξεως της παρούσης Συνθήκης, αι νήσοι αι κείμεναι εις μικροτέραν απόστασιν των τριών μιλλίων της ασιατικής ακτής παραμένουσιν υπό την τουρκικήν κυριαρχίαν.

Άρθρον 15

Η Τουρκία παραιτείται υπέρ της Ιταλίας παντός δικαιώματος και τίτλου επί των κάτωθι απαριθμουμένων νήσων, τουτέστι της Αστυπαλαίας, Ρόδου, Χάλκης, Καρπάθου, Κάσσου, Τήλου, Νισύρου, Καλύμνου, Λέρου, Πάτμου, Λειψούς, Σύμης και Κω, των κατεχομένων νυν υπό της Ιταλίας και των νησίδων των εξ αυτών εξαρτωμένων, ως και της νήσου Καστελλορίζου.

[Ιωάννου και Περράκης 1990: 565]

Με βάση τα κείμενα αυτά η ελληνική θέση στο Αιγαίο είναι ξεκάθαρη: η τουρκική κυριαρχία περιορίζεται μόνο σε όσα νησιά, νησίδες και βραχονησίδες βρίσκονται εντός ζώνης τριών μιλίων από την τουρκική ακτή, με την εξαίρεση της Ίμβρου, της Τενέδου και των Λαγουσών νήσων στο στόμιο του Ελλησπόντου [Υπουργείο Εξωτερικών 1998]

Αντίθετα η τουρκική πλευρά ισχυρίζεται ότι μόνο όσα νησιά ρητώς αναφέρονται στο άρθρο 12 της Συνθήκης της Λωζάννης περιέρχονται στην ελληνική κυριαρχία και πάντως σε κάθε περίπτωση όχι οι νησίδες και οι βραχονησίδες της περιοχής που δεν αναφέρονται καθόλου στα σχετικά άρθρα. [Τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών, 1998] Λησμονεί όμως το επιχείρημα αυτό ότι το άρθρο 12 παραπέμπει ρητώς στην απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1914 με την οποία μεταφέρονταν στην Ελλάδα “toutes les îles de la mer Égée actuellement occupées par elle, à lexception de Tenedos, dImbros et de Kastelorrizo” [=όλα τα νησιά του Αιγαίου πελάγους που κατέχει επί του παρόντος, με την εξαίρεση της Τενέδου, της Ίμβρου και του Καστελλορίζου]. Κατά τον αυτό τρόπο το άρθρο 5 της Σύμβασης του Λονδίνου, στο οποίο επίσης παραπέμπει το άρθρο 12 της Σύμβασης της Λωζάννης, αναφέρεται σε “toutes les îles ottomanes de la mer Égée” [=όλα τα οθωμανικά νησιά του Αιγαίου πελάγους].

Άλλωστε κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων το Ελληνικό Ναυτικό κατέλαβε πλήθος άλλων νησιών, από τα οποία δέκα: Άγιος Ευστράτιος, Φούρνοι, Οινούσσες, Ψαρά, Θύμαινα, Σαμιοπούλα, Μεγαλονήσι, Αγιος Μηνάς, Αντίψαρα και Πασάς, κατοικούνταν από αμιγείς ελληνικούς πληθυσμούς [Συρίγος 1997]. Επιπλέον το Ναυτικό επιβίβασε αγήματα και σε όλες τις νησίδες και βραχονησίδες επί των οποίων υπήρχαν φάροι εγκαθιστώντας ελληνική κυριαρχία, όπως έγινε δεκτό το 1934 στην υπόθεση των Φάρων ενώπιον του Διαρκούς Δικαστηρίου Διεθνούς Δικαιοσύνης [Lighthouses case, France v. Greece, PCIJ series A/B, no. 62, 1934], του προπάτορα του σημερινού Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση των νησιών Minquiers & Ecrehos στο στενό της Μάγχης, το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης έκανε δεκτό, δια στόματος του Δικαστή Carneiro ότι:

Η κατάληψη των κυρίων νήσων ενός αρχιπελάγους πρέπει να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει επίσης την κατάληψη νησίδων και βραχονησίδων στο ίδιο αρχιπέλαγος, που δεν έχουν πράγματι καταληφθεί από άλλο κράτος. [Minquiers & Ecrehos case, France v. United Kingdom, ICJ Reports 1953, individual opinion by Judge Levi Carneiro, 99]

Ειδικότερα για τις νησίδες των Ιμίων, το νομικό τους καθεστώς καλύπτεται από το άρθρο 15, σύμφωνα με το οποίο περιέρχονται στην Ιταλία όλες οι “νυν” κατεχόμενες από αυτή νήσοι “μετά των εξ αυτών εξαρτωμένων”. Η τουρκική πλευρά ισχυρίζεται ότι αφού οι νησίδες Ιμια βρίσκονται σε απόσταση 5.3 μιλίων από την Κάλυμνο, η οποία αναφέρεται ρητώς στο άρθρο 15 της Σύμβασης της Λωζάννης, αλλά μόνο σε απόσταση 3.8 μιλίων από την τουρκική ακτή, εμπίπτουν στην τουρκική δικαιοδοσία. Η παρατήρηση ότι η νησίδα Καλόλημνος βρίσκεται πολύ κοντύτερα απορρίπτεται από την τουρκική πλευρά: η νησίδα δεν αναφέρεται στο άρθρο 15, συνιστά επομένως νησίδα “εξαρτώμενη” από κύριο νησί και έτσι τα Ιμια αποτελούν κατά την τουρκική εκτίμηση νησίδα εξαρτώμενη από νησίδα εξαρτώμενη - όπερ άτοπο. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να σημειωθεί ότι παρόμοια επιχειρήματα βασισμένα αποκλειστικά στην εγγύτητα του νησιωτικού συμπλέγματος στην ηπειρωτική ακτή έχουν από μακρού χρόνου απορριφθεί στο διεθνές δίκαιο. Στην διαιτητική απόφαση για την υπόθεση του νησιού Palmas, ο διαιτητής Max Huber δήλωσε ότι:

...είναι αδύνατο να καταδειχθεί η ύπαρξη κανόνα θετικού διεθνούς δικαίου που να αποδεικνύει ότι νησιά που βρίσκονται εκτός των χωρικών υδάτων πρέπει να ανήκουν σε ένα κράτος εξαιτίας του απλού γεγονότος ότι η επικράτειά του συνιστά την ηπειρωτική περιοχή (terra firma). [Island of Palmas arbitration, 1928, UNRIAA, vol. 2: 854]

Το επιχείρημα ασφαλώς παραβλέπει ότι σε κάθε περίπτωση οι νησίδες των Ιμίων βρίσκονται σε απόσταση 3.8 μιλίων από την τουρκική ακτή και άρα εκτός της τουρκικής ζώνης των 3 μιλίων που καθορίζει το άρθρο 12 της Συνθήκης της Λωζάννης.

 Η Συμφωνία του 1932

Αν και ο τίτλος επί των νησιών του Αιγαίου πελάγους και των Δωδεκανήσων ρυθμίστηκε από τη Συνθήκη της Λωζάννης, δεν υπήρξε συμφωνία μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας και Ιταλίας για τη χάραξη των συνόρων, με την εξαίρεση μιας περιορισμένης περιοχής τριών μιλίων στο δέλτα του ποταμού Έβρου [Πρωτόκολλο της Επιτροπής Χαράξεως των Χερσαίων Συνόρων, που υπογράφηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 1926. Βλ. επίσης RGDIP 1926, 319]. Η Ιταλία και η Τουρκία προσπάθησαν να προσδιορίσουν ένα τέτοιο σύνορο των μεταξύ τους εδαφών, πριν η Δωδεκάνησος επιστρέψει στην Ελλάδα - και κατά πάγιο κανόνα του διεθνούς δικαίου, οι συνθήκες περί κανονισμού συνόρων δεσμεύουν και τα διάδοχα κράτη.

Στις 4 Ιανουαρίου 1932 η Τουρκία και η Ιταλία, έχοντας προηγουμένως υποβάλλει τη σχετική διαφορά και στο Διεθνές Δικαστήριο Διαρκούς Δικαιοσύνης, συνήψαν συμφωνία σχετικά με την κυριότητα των περί το Καστελλόριζο νησίδων. Σημειώνεται ότι οι νησίδες αυτές δεν αναφέρονταν ρητά στο άρθρο 15 της Συνθήκης της Λωζάννης και αν και θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως εξαρτώμενες από το Καστελλόριζο, βρίσκονταν παρά ταύτα σε απόσταση μόλις δύο μιλίων από τις τουρκικές ακτές, οπότε κατά το άρθρο 12, ενέπιπταν στην τουρκική κυριαρχία. Τελικά συμφωνήθηκε ότι οι νησίδες που βρίσκονταν σε κύκλο με ακτίνα από τον τρούλο της εκκλησίας του Καστελορίζου μέχρι το ακρωτήρι Στέφανο ανήκαν στην Ιταλία μαζί με τις νησίδες Αγ. Γεώργιος, Δραγονέρα, Ρως και Στρογγύλη. Η συμφωνία επικυρώθηκε κανονικά από τα μέρη και κατατέθηκε στη Γραμματεία της Κοινωνίας των Εθνών.

Την ημέρα που υπογράφηκε η συμφωνία αυτή οι αντιπρόσωποι των δύο μερών αντάλλαξαν επιστολές με σκοπό την οριοθέτησης όλης της περιοχής της Δωδεκανήσου (τα κείμενα των δύο επιστολών βρίσκονται στο διαδίκτυο στη διεύθυνση: http://www.hri.org). Ως αποτέλεσμα τα δύο μέρη συμφώνησαν τον Δεκέμβριο 1932 σε μια γραμμή 37 σημείων που οριοθετεί τις επικράτειες των δύο χωρών. Το σημείο 30 της γραμμής αυτής περνά “à moitié distance entre Kardak (Rks.) et Kato I. (Anatolie)” [=στην ίση απόσταση μεταξύ της νησίδας Καρντάκ (Ρόδος) και της νήσου Κάτω (Ανατολία)].

Η ύπαρξη της συμφωνίας αυτής αμφισβητείται σθεναρά από την τουρκική πλευρά, η οποία την θεωρεί απλό μνημόνιο περί περαιτέρω συνομιλιών χωρίς νομική ισχύ. Προς επίρρωση των ισχυρισμών αυτών σημειώνεται ότι, σε αντίθεση με τη συμφωνία του Ιανουαρίου, το κείμενο του Δεκεμβρίου 1932 δεν κατατέθηκε στη Γραμματεία της Κοινωνίας των Εθνών κατά παράβαση του άρθρου 18 του Καταστατικού της (κατά το άρθρο 18 του Καταστατικού της Κοινωνίας των Εθνών η παράλειψη δημοσίευσης επιφέρει ακυρότητα της υπόψη σύμβασης ).

Η ελληνική πλευρά αντιθέτως επισημαίνει ότι το κείμενο του Δεκεμβρίου 1932 αποτελεί “συστατικό στοιχείο της αρχικής συμφωνίας” του Ιανουαρίου 1932 και επομένως ακολουθεί την τύχη της πρώτης. Καμμία άρα ανάγκη δεν υπήρχε να κατατεθεί και το κείμενο αυτό στη Γραμματεία της Κοινωνίας των Εθνών και σε κάθε περίπτωση η Τουρκία ως συμβαλλόμενο μέρος υπείχε συμβατική υποχρέωση, ως εκ της συμμετοχής της στην Κοινωνία των Εθνών, να το πράξει. Η ζημία που προεκλήθη έτσι από τις δικές της παραλείψεις δεν μπορεί να προβληθεί έναντι της Ελλάδας, που συνιστά τρίτο μέρος έναντι της συγκεκριμένης συμφωνίας – αρχή που έχει συχνά επιβεβαιωθεί στη διεθνή νομολογία [The Montijo case, Colombia v. USA, 1875, International Arbitration, vol. 2, 1898, 1437; South-Eastern Greenland case, PCIJ series A/B, no. 53, 1933: 95].

Δεν είναι τυχαίο ότι η διαμάχη για το εδαφικό καθεστώς των νησιών του εδάφους εδράζεται από ελληνικής πλευράς σε καθαρά νομικά επιχειρήματα. Αυτό όμως που επιτρέπει ίσως κάποια περιορισμένη αισιοδοξία για την ειρηνική επίλυση της διαφοράς είναι ότι και οι τουρκικές θέσεις δεν αποκρύπτουν τη νομική βάση των επιχειρημάτων τους. Οι δυνατότητες ευρείας ερμηνείας των κανόνων δικαίου έχουν αποδειχθεί σωτήριες για τη διευθέτηση προστριβών σε όλη την ευρωπαϊκή ιστορία.


Βιβλιογραφία

Ege Ada, Adacik ve Kayalikrarinin Gografi-Tarihi-Hukuki Durumu ve Uygulanan Politikalar [=Τα νησιά, νησίδες και βραχονησίδες του Αιγαίου. Γεωγραφική - ιστορική - νομική επισκόπηση και πολιτικές προτάσεις], όπως δημοσιεύεται εις Ά. Κούρκουλα, Ιμια, Κριτική προσέγγιση του τουρκικού παράγοντα, Σιδέρης, Αθήνα, 1997.

Ιωάννου, Κ.Μ. και Περράκης, Σ.Ε., Γενικό και Ειδικό Διεθνές Δίκαιο, Κείμενα Διεθνούς Πρακτικής, τόμος 1, Αθήνα-Κομοτηνή 1990.

Ρούκουνας, Ε., Διεθνές Δίκαιο ΙΙ, Αθήνα, 1982.

Συρίγος, Α., The status of the Aegean Sea according to international law, Sakkoulas/ Bruylant, 1997.

Symmonds, C.R., “Maritime boundary disputes in the Irish Sea and the Northeast Ocean”, Marine Policy Reports 1986.

Τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών, “Legal backgrounder (sic!) on the Kardak crisis in a nutshell: Etiology of a package approach”, http://www.mfa.gov.tr/grupf/kardak/kardak15.htm, 1998.

Υπουργείο Εξωτερικών, “Turkish Foreign Policy and Practice as evidenced by the Recent Turkish Claims to the Imia Rocks”, http://www.mfa.gr., 1998.

Joyner, C.C., “The Spratly Islands dispute: rethinking the interplay of law, diplomacy and geopolitics in the South China Sea”, 13 International Journal of Marine & Coastal Law 1998, pp.193-236.


About the H.A.T.A. Review

Πληροφορίες γιά την Επιθεώρηση

Guidelines for Submission of Articles

Οδηγίες γιά την Υποβολή Εργασιών

Related Pages

Σελίδες συναφούς περιεχομένου